Undefined

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Καθαίρεση σαθρών αξιών

Προχωράμε μόνοι και ήρεμοι.. στη σειρά μας, δε κλέβουμε τη σειρά του άλλου, περιμένουμε συμμετρικά κι όταν έρθει η σειρά μας εξυπηρετούμαστε. Προχωράμε σοβαροί, συγκεντρωνόμαστε στα ψώνια μας. Δε νιώθουμε κάτι άλλο, μόνο την ανάγκη να βρούμε τη τιμή της φέτας και μη χάσουμε τη σειρά μας. Σα ρομπότ προχωράμε. Δε κοιτάμε τον άλλον στα μάτια, δεν εκφράζουμε στην όψη μας συναισθήματα ή σε χειρότερο στάδιο δεν έχουμε για να εκφράσουμε.. Προχωράμε, σοβαροί, κοιτάμε τη δουλειά μας. Ζούμε αυτά που μας δίδαξαν και προσπαθούμε να τα κάνουμε όλα όσο το δυνατόν όμοια όπως ακριβώς μας τα μετέφεραν. Μα αν μας δίδαξαν λάθος? Αν οι ρίζες της κοινωνίας ως έννοια και τρόπος ζωής είναι σαθρές; Αν είναι κάτι εντελώς λάθος, που απλά κάποιος το ξεκίνησε κι υπήρξαν κάποιοι με το ίδιο μήκος συνειδητότητας εκείνου του ανθρώπου και συμφώνησαν μαζί του.. κι έτσι καθιερώθηκε σα νόμος, σαν ιερό ή σαν επιβολή κάποιων που διάλεξαν να αξιοποιήσουν τη δύναμη της φύσης τους σε πράξεις αλαζονείας, κυριαρχίας και ματαιοδοξίας. Υπήρξαν βέβαια κι οι άλλοι που διάλεξαν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη τους για ειρήνη και ένωση με τη φύση τους, τα πλάσματά της και τους συνοδοιπόρους τους. Ευτυχώς πάντα θα υπάρχουν και λίγοι από κείνους.. σαν ριζοσπαστική όαση μέσ’το γκρίζο ξερό ανούσιο πολιτισμό..
Tabula rasa έλεγε ο Τζόν Λώκ κάποτε.. εννοώντας άγραφος χάρτης. Υποστήριζε πως όλοι οι άνθρωποι είναι ένας άγραφος χάρτης, που διαμορφώνεται στη πορεία. Φανταστείτε λοιπόν ο χάρτης μας να γραφόταν εντελώς αλλιώς.. θα έμοιαζε τίποτα από όλα αυτά που δημιουργήσαμε φυσιολογικό; Φανταστήκατε ποτέ πως όλο το σύστημα και η κοινωνία σα θεσμός είναι αυτά που γράφτηκαν λάθος στον χάρτη μας; Όταν ήσασταν παιδιά θυμάστε τι νιώθατε; Θυμάστε που δίνατε προσοχή στα πάντα, που κοιτούσατε με τόση προσοχή και χαζεύατε το κάθε τι, κι όλα σας φαίνονταν θαύμα; Που εκφράζατε όσα αισθανόσασταν κείνη τη στιγμή δίχως ντροπή και φόβο.. Λέγατε το πρώτο πράγμα που σας ερχόταν στο μυαλό.. Δε ντρεπόσασταν να δηλώσετε ότι χρειαζόσασταν να παίρνετε και να δίνετε αγάπη. Κι όταν δε παίρνατε, γκρινιάζατε γιατί σας φαινόταν άδικο και επιμένατε, δε τα παρατούσατε, δεν ξέρατε τι σημαίνει εγωισμός, ούτε ξέρατε τι σημαίνει κυριαρχία, ούτε σύνορα, ούτε φυλή. Δεν είχατε διαχωρίσει μέσα σας τίποτα, όλα βρίσκονταν σε μια ισορροπία και μια ενότητα. Δε σας φαινόταν παράξενο να νιώθετε, ούτε προσπαθούσατε να το κρύψετε. In fact αυτή ήταν η νορμάλ λειτουργία σας, να βιώνετε και να νιώθετε ταυτόχρονα, δράση-αντίδραση, αλληλεπίδραση φυσική και γεμάτη ενέργεια.. αυτό μόνο έβγαινε από μέσα σας και μπορούσε κι εκφραζόταν ελεύθερο, χωρίς φόβο για το πώς θα φανεί.. Γιατί απλά αυτό υπήρχε μόνο, γιατί αυτό ήταν η αλήθεια σας, η κανονική σας δομή, η πρωταρχική σας φύση η ίδια. Ειρήνη, αγάπη κι ενότητα με όλα! Αυτό ακριβώς υπήρξατε ,πριν νοθευτείτε. Θυμάστε άραγε καθόλου τον εαυτό σας σαν παιδί; Μπορείτε; Ή μήπως το καταστρέψατε κι αυτό; Αυτή η θύμηση είναι η μόνη ελπίδα για αναίρεση και δημιουργία εκ νέου ολοκληρωμένης επίγνωσης. Μη θάβετε αυτή τη θύμηση!  Ήσασταν χαρούμενοι απο φυσιολογικό state of being. Δεν χρειαζόσασταν λόγο συγκεκριμένο για να είστε, απλά ήσασταν γιατί αύτη ήταν η φυσιολογική φύση με την οποία γεννηθήκατε και δε μπορούσατε να της πάτε κόντρα, μέχρι κάποιο σημείο που ξεκίνησαν να γράφουν στον άγραφο αγνό χάρτη της συνειδητότητας σας τους λάθος ορισμούς.. και κεί ήταν η περίοδος που ξεκινήσατε να μπερδευόσαστε, να φοβόσαστε, να αναιρείτε το πνεύμα σας και να δημιουργείται έναν δεύτερο εαυτό σκιά που το μόνο που θα έκανε θα ήταν το να σας κατηγορεί, να σας υπαγορεύει το ορθό και να σας φορτώνει με τύψεις και κάθε είδους ηλίθιες ανησυχίες. Ανησυχίες του ψεύτικου οικοδομημένου συστήματος κι όχι δικές σας, ανησυχίες που δεν ήσασταν φτιαγμένοι  για να έχετε, που σας τις επέβαλαν ως αληθινές, ως τρόπο ζωής. Κι έτσι σιγά-σιγά ξεκινήσατε να περπατάτε σαν ρομπότ συναγωνίζοντας ο ένας τον άλλον στο ποιος θα πάει πιο ψηλά, υπακούοντας σε δασκαλέματα ιεραρχίας και ταξικής διάκρισης. Σε οργιασμούς υλικών αγαθών, σε θεοποίηση της απληστίας, μεταμφιεσμένης σε δίκαιης ιδιοκτησίας. Ξεκινήσατε να ορίζετε τα πάντα πιστεύοντας πως αυτό δίνει κύρος στην ύπαρξή σας. Να χρίζετε ταμπέλες, τίτλους που προκύπτουν από αβάσιμα στερεότυπα της δήθεν ορθά κοινωνίας. Να βάζετε τιμές στα πάντα χαρίζοντας αξία σε άψυχα αντικείμενα και ξεχνώντας τη μία μοναδική αξία της ουσίας. Να ξυπνάτε με στόχο να κερδίσετε λεφτά, να ζείτε με στόχο να αποκτήσετε αγαθά, να δουλεύετε με σκυφτό το κεφάλι και προσηλωμένο σε μια ανούσια εργασία τις περισσότερες φορές, να καταναλώνετε όσο περισσότερο μπορείτε και όσα περισσότερα μπορείτε και να θλίβεστε όταν δεν έχετε την ικανότητα να καταναλώσετε, να θεωρείται πατρίδα σας κάποια νοητά ανύπαρκτα σύνορα που σας επέβαλαν, να οικειοποιήστε κουλτούρες θέλοντας να ξεχωρίσετε, να εισχωρείτε σε ομάδες με συγκεκριμένη ταυτότητα, νομίζοντας πως έτσι αποκτάτε χαρακτήρα. Να διαχωρίζεστε από τη φύση κι απ’τους γύρω σας, θεωρώντας τον εαυτό σας το επίκεντρο του κόσμου. Να παίρνετε για να δώσετε. Επενδύσατε σε λανθασμένες αξίες επειδή και μόνο αυτές σας υπέδειξαν καθώς μεγαλώνατε.. Δε χρησιμοποιήσατε την ελεύθερη βούληση του πνεύματός σας, αντ’αυτού την διπλώσατε καλά και τη φυλάξατε σε μια ξεχασμένη τσέπη της συνείδησής σας, τη λησμονήσατε, μάθατε να μην την ακούτε και να την αποκαλείτε με διάφορα ονόματα όπως εφηβεία, ανωριμότητα, παιδικότητα. Δε κάνατε σωστή χρήση της ελεύθερης σκέψης σας  χρησιμοποιώντας τη για να κρίνετε τη κατάσταση, αντίθετα χρησιμοποιήσατε τη σκέψη σας για να αφομοιώσετε καλά τα δεδομένα που σας δώσαν έτοιμα, δίχως να τα αμφισβητήσετε στιγμή κι απλώς τα υπακούσατε. Χάσατε το νόημα πρό πολλού, Είχατε τόσες δυνατότητες να αναπτυχθείτε σε κάτι θείο, ουσιώδες, ζωντανό, να ενωθείτε στην ολότητα του σύμπαντος σαν μοναδικό ψηφιδωτό κομμάτι που κάνει τη δική του διαφορά και να αναπνέει από μέσα σας όλος ο κόσμος κι όλη η φύση.. κι εσείς σπαταλήσατε την ενέργειά σας, την ευφυΐα σας και το πνεύμα σας σε παροδικές κι ουσιαστικά ανύπαρκτες αξίες και ενέργειες. Μπερδέψατε την έννοια της ολοκλήρωσης με κείνη της ομαδοποίησης. Σας κάναν να λαχταράτε να ταιριάξετε στο κόσμο αυτό, αναγκάζοντάς σας υποσυνείδητα να μοιάσετε στο σύνολο, να μη διαφέρετε, μήπως και σας δείξουν με το δάχτυλο και πούν τι λέει αυτός είναι τρελός. Ενδώσατε λοιπόν σ’αυτό το φόβο της απόρριψης και της τυχόν εξορίας από το κοινωνικό σύνολο και θάψατε τη διαίσθησή σας στο πάτο του υποσυνειδήτου σας, συμμορφώσατε τα χνώτα σας σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο κι εγκεκριμένο απ’τους πολλούς πρότυπο, προσπαθώντας να κερδίσετε αποδοχή και να νιώθετε ενεργό κι «άξιο» μέλος της κοινωνίας. Κι όσοι από σας θελήσατε να ξεχωρίσετε, το πράξατε με το λάθος τρόπο. Χωρίσατε ανθρώπους σε ομάδες είτε βάση του χρώματός τους, είτε της κοινωνικής τους τάξης, είτε της θρησκείας τους, της ομάδας τους στο ποδόσφαιρο και ούτω καθεξής.. Και μέσα από αυτές τις υπο-ομάδες ξεχωρίζατε τα πάντα και τους πάντες σε σκέλη. Πήρατε θέση σε μια συγκεκριμένη ομάδα και αρχίζοντας να την υποστηρίζετε μανιασμένα, ακυρώνοντας όλες τις υπόλοιπες, θαρρούσατε πως ξεχωρίζετε, πως υπερέχετε, πως ανήκετε σε μια ξεχωριστή ελίτ. Μάθατε να υπάρχετε μόνο μέσα από αυτό το γελοίο μοτίβο.. να χρειάζεστε αυτό σαν background για να σας καθορίσει σαν άτομα και να σας κάνει να νιώσετε σημαντικοί. Για σκεφτείτε λίγο πόσο βάθος έχει αυτός ο τρόπος σκέψης.. Εμένα προσωπικά μου φαίνεται απίστευτα ρηχός. Δεν νομίζω πως καταφέρνουμε να ορίσουμε το είναι μας και την ύπαρξή μας μέσα από  την υπεροχή μας προς τους άλλους.. ή μέσα από τα αγαθά που διαθέτουμε, ή μέσα από τη θέση που έχουμε στη κοινωνία, ή μέσα από την ιστορία του έθνους μας.. κλπ..  Δεν είμαστε όλα αυτά! Αυτό που καταφέρνουμε αντίθετα μέσα σ’αυτό το λαβύρινθο της ματαιοδοξίας είναι να χάσουμε το είναι μας και την ουσία μας.. Να μοιάσουμε στα ζώα που στερούνται συνείδηση και κρίση.
Βαδίζουμε και δεν κοιτάμε γύρω μας.. βιαζόμαστε μονίμως.. Μήτε κοιτάμε ποτέ στα μάτια τους άλλους.. Ξεχάσαμε να επικοινωνούμε. Όλα για τα απαραίτητα μόνο. Σαν ένα εργοστάσιο και μείς τα μηχανήματα που κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά, με ακρίβεια όπως ακριβώς τα προγραμμάτισαν απλά για να προχωρήσει το σχέδιο, η παραγωγή και στη συνέχεια η αποσύνθεση. Γαμημένα ρομπότ! «Περάστε, ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε, τι θα θέλατε, πέρνα μπροστά εγώ θα στρίψω, συγνώμη κάντε πιο κεί, πόσο κάνει αυτό, άντε ξεκίνα άναψε φανάρι, επόμενος παρακαλώ, σ’αυτή τη στάση κατεβαίνω».. και άιντε στο τσακίρ κέφι πετάμε κι ένα σας έπεσε αυτό, αν μας πιάσει κρίση καλοσύνης και δώσουμε για μια στιγμή σημασία σε κάτι άλλο εκτός από τη δήθεν πολυάσχολη ζωή μας, ή ένα ευχαριστώ, ή ένα καλημέρα (το οποίο μετράει μόνο αν ειπωθεί αυθόρμητα σε ώρα που δεν εργαζόμαστε σε κάποια συγκεκριμένη δουλειά). Και γίνεται και κάνα θαύμα πού και πού όταν δούμε κάποιον άγνωστο στο δρόμο στεναχωρημένο ή σε χάλια κατάσταση και δε φερθούμε ως συνήθως, αλλά σταματήσουμε και τον ρωτήσουμε, τι έχεις; Είσαι καλά; Θές βοήθεια; Κείνη τη μικρή στιγμή που κατορθώνουμε να δολοφονήσουμε την αδιαφορία που μας διακατέχει σαν όντα και ασχοληθούμε με τον διπλανό μας σα να’ταν ο εαυτός μας, κείνη τη μικρή στιγμή λυτρωνόμαστε από το ρόλο που μας φόρεσε η κοινωνία και λειτουργούμε με τον μόνο αληθινό που υπήρχε μέσα μας από πάντα.. κείνον της συμπόνιας και της αλληλεγγύης. Και τότε βγάζουμε φτερά στη πλάτη, ανοίγει η καρδιά μας και νιώθουμε ευλογημένοι που κάπου βαθιά μας πηγάζει μια καλοσύνη, έστω και ξεχασμένη και ελάχιστες φορές αξιοποιημένη..
Κι έτσι αποξενωμένοι συνεχίζουμε ο καθένας τη δουλειά του, μη κοιτώντας δίπλα μας, δίχως να δίνουμε προσοχή σε τίποτα και σε κανέναν πέρα από τη σφαίρα της δικής μας μοναχικής πραγματικότητας που χτίσαμε σαν αληθινή και τη μόνη σωστή και φροντίσαμε να τη ξεχωρίσουμε απ’οτιδήποτε άλλο, εξορίζοντάς το. Δεν φωνάζουμε, δεν ουρλιάζουμε όταν το έχουμε ανάγκη.. Δεν επαναστατούμε ούτε λίγο.. Είμαστε ήδη νεκροί και δε το ξέρουμε.. Όταν ήμασταν μικροί θυμάστε άραγε να αναζητούσαμε λόγο για να μιλήσουμε σε κάποιον, ή μήπως θυμάστε άραγε να χρειαζόταν να ξέρουμε κάποιον καλά και καιρό για να επικοινωνήσουμε μαζί του ουσιαστικά; Ή μήπως τον ρωτούσαμε πρώτα πόσα κερδίζει στη δουλειά του, ή από πού κατάγεται, για να αποφασίσουμε αν θα του δώσουμε σημασία ή όχι; Τότε πηγαίναμε άθελά μας με το flow και ασχολιόμασταν διεξοδικά κι αναλυτικά με ότι και όποιον έφερνε η ζωή μπροστά μας κείνη τη στιγμή, δίναμε προσοχή σε όλα όσα μας περιτριγύριζαν, γιατί όπως προείπα αυτή ήταν η πρωταρχική μας φύση! Δε ζούμε! Δε ζούμε παρά ελάχιστες στιγμές μέσα στο χρόνο που θα σταματήσουμε για λίγο τον αυτόματο πιλότο και θα αποκριθούμε, θα κοιτάξουμε τριγύρω, θα νιώσουμε, θα αφεθούμε, θα ακούσουμε ένα τραγούδι, θα δημιουργήσουμε, θα ανταλλάξουμε κουβέντες μεταξύ μας.. ελάχιστες στιγμές πνιγμένες στο χρονοδιάγραμμα που επινοήσαμε.. Κρίμα δεν είναι αυτή τη μόνη ευκαιρία που έχουμε να ζήσουμε, να τους τη χαρίσουμε και να τη πλάσουν όπως εκείνοι θέλουν να τη ζήσουμε;

Αν λοιπόν ερχόμουν εγώ και σας τα γκρέμιζα όλα αυτά; Αν σας έλεγα πως όλα όσα ξέρετε είναι ένα λάθος. Πως ότι σας δίδαξαν από μικρούς δεν ισχύει. Πως σκοπός της ανθρωπότητας δεν είναι να φτιάξει μια κοινωνία ιεραρχική και ταξική που θα διοικείται απ’τους λίγους και οι πολίτες της θα έχουν ως μοναδικό σκοπό τους να δουλεύουν για να καταναλώνουν και να αποκτούν περιουσίες. Πως όλα αυτά είναι ένα τεράστιο ψέμα και δεν έχουν κανένα νόημα. Πως αυτό που μετράει είναι να βιώνουμε τα πάντα σαν κομμάτι μας. Πως είμαστε ένα με τη μάνα φύση και το σύμπαν. Πως ο καθένας μας είναι η αντανάκλαση του άλλου. Πως δεν υπάρχουν σύνορα κι όλη η γή είναι η πατρίδα μας. Πως είμαστε όλοι αδέρφια. Πως δεν υπάρχει κατάλληλο πολίτευμα για να μας διοικήσει παρά μόνο μια έννοια αφηρημένη που είναι η φυσιολογική κατάσταση της φύσης μας και της ύπαρξής μας.. κι αυτή είναι η ειρήνη, η αγνότητα, η αλήθεια, η αγάπη και η χαρά, συνυφασμένες όλες σε μία άυλη ενέργεια και μια αόριστη αρχή και έννοια που ονομάζεται ψυχή. Πως το αληθινό νόημα είναι να δημιουργούμε, να επικοινωνούμε και να μοιραζόμαστε. Τότε τι θα κάνατε; Θα σας άφηνε ο εγωισμός που καλλιεργούσατε χρόνια τώρα με τόση προσοχή; Θα δεχόσασταν πως όλες οι υλικές σας αποκτήσεις δεν αξίζουν; Θα είχατε το κουράγιο να επανεξετάσετε τι θεωρείτε πολύτιμο και να πετάξετε όσα ανούσια αγαθά παλέψατε να κερδίσετε; Θα ξεμπροστιάζατε τις παραισθησιογόνες ταυτότητες πού'χετε τυλίξει το εγώ σας; Θα ελευθερωνόσασταν απο αυτές; Θα βρίσκατε το θάρρος να αναιρέσετε οριστικά τον μέχρι τώρα εαυτό σας;
                                                                                                   μαριάννα
Ημερομηνία Δημιουργίας: 29/1/2014

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Εισιτήριο στ'ακρόνειρο

Οι γραμμές δεν υπάρχουν εμείς τις επινοήσαμε. Δε βλέπω σύνορα πουθενά. Εσύ βλέπεις; Όλος ο κόσμος δικός μας είναι μάτια μου. Όποτε θέλουμε στροβιλιζόμαστε γύρω απ’τον εαυτό μας με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά κοιτώντας τον ουρανό. Χορεύουμε σα να’μαστε μόνοι και γιορτάζουμε την υπαρξή μας. Αυτό κι αν είναι δώρο αγάπη μου. Υπάρχουμε, το νιώθεις; Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Όλα είναι δυνατά! Γιατί μείναμε στη πρώτη πράξη του έργου; Το κουμπί της παύσης δεν λειτουργεί.. Οπότε δεν έχουμε όλο το χρόνο με το μέρος μας. Εκείνος τρέχει κι εμείς μείναμε ακόμη εδώ. Πρέπει να προχωρήσουμε αγάπη μου. Δε θα μπορούμε για πάντα να περιμένουμε το όμορφο τέλος να’ρθει σε μας μοναχό του. Πρέπει εμείς να το κυνηγήσουμε για να το βρούμε. Και δε θα’ναι εύκολο.. ξέρει να κρύβεται καλά από μας. Αυτή τη φορά πρέπει να προσπαθήσουμε πραγματικά, πρέπει να φωνάξουμε τι θέλουμε γιατί η νύχτα είναι κουφή κι η μοναξιά απελπισμένη, έχει αποδεχτεί τη μοίρα της κι έπαψε να παλεύει.. Μονάχα από μας εξαρτάται τώρα τι θα φέρει ο χρόνος.. κι αν δε κάνουμε κάτι θα’χουμε χάσει το παιχνίδι. Πεταλούδες είμαστε κι εμείς.. σαν εκείνες που αναγεννιούνται από το κουκούλι τους κάθε άνοιξη, έχουμε φτερά το ξέρεις; Γιατί δε τα χρησιμοποιούμε ν’αλλάξουμε τοπία στη κουρασμένη μας ματιά; Δε βαρέθηκες εδώ που στέκεις ακίνητος; Εγώ κουράστηκα εδώ,  λέω να προχωρήσω.. δεν αντέχω άλλο αυτό το αδρανές γκρίζο χρώμα στον ορίζοντα. Θέλω πάλι να δώ ουράνια τόξα και ήλιους καλοκαιρινούς. Δε σπαταλάω άλλο το χρόνο μου στην αδράνεια.. δε βρίσκω νόημα εδώ… Και θέλω να στάξω όλο το νόημα από το κάθε τι.. καταλαβαίνεις; Το ξέρω πως καταλαβαίνεις.. Πάντα καταλάβαινες.. Είμαι ένα περίεργο παιδί, όλα θέλω να τα μάθω, θέλω να τρέξω να πιάσω το φεγγάρι, να μετράω μαζί σου τα’αστέρια και τα πρωινά να χαζεύω τα μάτια σου για ώρες. Θέλω να ζήσω!  Θέλω να κάνω έρωτα με τη ζωή. Κουράστηκα να μην έχει όρεξη το βήμα μου.. Έλα να τραγουδάμε δυνατά και να γελάμε. Να ξυπνήσουμε τους νεκρούς και να αναστήσουμε τους ζωντανούς. Μαζί όλα τα μπορούμε. Μη φοβάσαι.. δεν υπάρχει χρόνος για να φοβόμαστε. Δεν προλαβαίνουμε. Πρέπει να προλάβουμε όσα πιο πολλά μπορούμε, ας μη χασομεράμε άλλο αιχμάλωτοι μέσ’τη σιωπή.. Δε κρατά πράμα καλό για μας, είναι ύπουλη. Έλα να περπατάμε με τη ψυχή μας , έλα να βλέπουμε με κείνη μέσ’την ομίχλη κι όχι με τον τρόμο μας, πού’δεσε μαντήλι στη ματιά μας. Είμαι εδώ, ποτέ δεν έφυγα, δώσ’μου το χέρι σου και πάμε μαζί..
                                                                                  μαριάννα
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/11/2013

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Το νόημα της ζωής

Κάπου σε μια ηλιόλουστη μικρή πόλη, μοιρασμένη σε κτίρια και δέντρα, σε έργα ανθρώπινα και θεϊκά, σε νύχτες και μέρες, σε πράξεις και θεωρίες, κάπου εκεί βρίσκουμε τον νεαρό της μικρής μας ιστορίας. Είναι ένας νεαρός τόσο μπερδεμένος. Πληγωμένος από τη ζωή κι από μια αγάπη που στιγμάτισε το στέρνο του. Αποξενωμένος  κι απογοητευμένος με τον εαυτό του και τον κόσμο τριγύρω.. Συλλογίζεται συχνά όσα δεν έκανε, όσα δε πέτυχε. Αναρωτιέται για τι αξίζει να πολεμάει κανείς. Τα βάζει συνεχώς με τη συνείδησή του και ποτέ δε βγαίνει κερδισμένος παρά μονάχα περισσότερο χαμένος. Λαχταράει απεγνωσμένα να βρεί ένα νόημα, έναν λόγο που να του είναι αρκετός για να υπάρχει, το νόημα της ίδιας της ζωής. Περιπλανιέται άσκοπα σε μεθυσμένες νύχτες, σε καταθλιπτικά μοναχικά μεσημέρια, σε ώρες αδράνειας κι απελπισίας.. Κι όμως λύση στο αίνιγμα ποιά είναι η ουσία και το νόημα της ζωής δε καταφέρνει να βρεί πουθενά.

Μια συνηθισμένη μέρα καθώς σεργιανίζει ως συνήθως μονάχος και προβληματισμένος, στο κεντρικό πάρκο της πόλης, συναντά έναν γέρο καθισμένο σ’ένα απ’τα παγκάκια. Στέκεται για λίγο και τον παρατηρεί. Είναι ένας γεράκος μόνος, ρακένδυτος, με ένα κυπαρισσί σκουφί στη κεφαλή, κόμη ασημένια και μακριά, που φτάνει κάπου στο μέσο της σπονδυλικής του στήλης. Δυό χάρτινες γεμάτες σακούλες δίπλα του, ποιός ξέρει με τι μέσα.. Ίσως με όλα τα απαραίτητα υπάρχοντά του.. Μοιάζει μόνος στο κόσμο και άστεγος. Τον παρατηρεί όμως να κοιτάει τριγύρω του με τόση γαλήνη στα μάτια και μια ηρεμία άγνωστη για κείνον. Μοιάζει να απολαμβάνει πραγματικά το πρωϊνό του, σε όποια κατάσταση κι αν τον βρίσκει εκείνο. Αυτή η στάση του γέρου κινεί αρκετά τη περιέργεια του νέου ώστε να τον πλησιάσει. Σκέφτεται.. είναι γέρος, έχει ζήσει πολλά ως τώρα κι απ’ότι φαίνεται έχει επιβιώσει μέσα από αντίξοες συνθήκες μοναξιάς και έλλειψης στέγης, κι όμως στέκει ήσυχος μ’ένα ελαφρό χαραγμένο χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια του, επεξεργάζεται τη καινούργια μέρα που του δόθηκε με διάθεση.. Σίγουρα εκείνος θα ξέρει κάτι παραπάνω από μένα για να το κατάφερε αυτό, συνεχίζει να σκέφτεται μέσ’το κουρασμένο και μπερδεμένο μυαλό του.. Σίγουρα θα είναι ένας σοφός γέρος συμπληρώνει στον εσωτερικό του μονόλογο και πρίν προλάβει να συνειδητοποιήσει την επόμενη κίνησή του, κάθεται σιμά του στο παγκάκι.

-Καλή σου μέρα γέρο μου, του λέει.
-Καλή σου μέρα παιδί μου, αποκρίνεται ο γέρος στον νεαρό.
-Συγχώρα το θάρρος μου, μα θέλω να σε ρωτήσω κάτι, μιάς και η φιγούρα σου μου φάνηκε τόσο οικεία και προσιτή.
-Χαίρομαι γιέ μου, που έχεις το θάρρος να εμπιστευτείς τα λόγια μου, παρ’όλη την αβεβαιότητα και διαφορετικότητα που προξενεί η εμφάνισή μου.
-Καμία αβεβαιότητα γέρο μου. Μόνο σοφία και ειρήνη προσδίδει η ματιά σου.
-Σ’ακούω.
-Σκέφτομαι πως εσύ μπορείς να με βοηθήσεις να απαντήσω σε ένα ερώτημα που με βασανίζει, λέει ο νεαρός, νιώθοντας  μια περίεργη φιλική άνεση απέναντι στο συνομιλητή του.
-Γιατί πιστεύεις πως μπορώ να σε βοηθήσω συγκεκριμένα εγώ; Αναρωτιέται ο γέρος.
-Μα γιατί σε σένα διακρίνω παιδευμένη σοφία χαραγμένη στην όψη σου. Σοφία που έχτισες μέσα από μύριες δυσκολίες και έτη πολλά που φόρτωσες στη ράχη σου. Αποκρίθηκε ο νέος γεμάτος σιγουριά για την ανακάλυψή του.
-Σίγουρα πέρασα πολλά παιδί μου. Μα δε διαφέρω τόσο πολύ από σένα ή οποιοδήποτε άλλον συνάνθρωπό μας. Όλοι κουβαλούν τις δικές τους εμπειρίες και δυσκολίες, όπως και όλοι μπορούν να μας διδάξουν κάτι σημαντικό. Μην υποτιμάς τον δικό σου αγώνα γιέ μου.
-Όπως και να’χει είμαι σίγουρος γέρο μου, πως εσύ, κάτι παραπάνω, ξέρεις από μένα, επέμεινε ο νέος.
-Πές μου λοιπόν, τι είναι αυτό που σε τυραννά; Τον ρώτησε ο γέρος με έντονη ανησυχία και πρόθεση να τον βοηθήσει όσο μπορούσε.
-Να.. δε βρίσκω.. ή μάλλον δε ξέρω το νόημα της ζωής.. Γιατί να συνεχίζω να υπάρχω; Τι έχω να προσφέρω; Για ποιό λόγο να παλέψω; Θα κερδίσω άραγε σε κάποιο σημείο της πορείας μου την πολυπόθητη ουσία που θα με ολοκληρώσει; Ποιό είναι στ’αλήθεια τελικά το νόημα της ζωής;
-Αυτό γιέ μου δε μπορώ να στο απαντήσω εγώ. Είναι κάτι που πρέπει να το βρείς μόνος σου. Μήτε κανένας άλλος άνθρωπος θα είναι ικανός να στο απαντήσει. Κι αυτό γιατί οι περισσότεροι δεν το έχουν βρεί ακόμη και όσοι το βρήκαν, απλώς αδυνατούν να μιλήσουν με λόγια για κείνο. Δεν κατέχουν λέξεις κατάλληλες για να το περιγράψουν. Είναι κάτι που ο καθένας από μας, εάν σταθεί τυχερός κι έχει ανοιχτή ψυχή, το ανακαλύπτει και το βιώνει μοναχός του. Εάν κάποιος μπορεί να σε συμβουλέψει, αυτός δε θα είναι κανένας άνθρωπος, παρά μονάχα το ίδιο το σύμπαν που σε περιτριγυρίζει. Η ίδια η φύση που σ’αγκαλιάζει μέσ’τη μήτρα της. Ο ίδιος ο ουρανός που σε σκεπάζει. Εκεί να ψάξεις για καθοδήγηση λοιπόν. Στη φύση ν’απευθύνεις την ερώτησή σου.
-Μα… εγώ.. σαστίζει για λίγο ο νέος. Μένει σιωπηλός και σκεφτικός .Ύστερα συνεχίζει. Τι θα κάνω; Δε ξέρω που να ψάξω γέρο μου. Είμαι χαμένος σου λέω. Από πού ν’αρχίσω;
-Έχεις αρχίσει ήδη νεαρέ μου, δε το βλέπεις; Αποκρίνεται με ένα γλυκό χαμόγελο κατανόησης ο γέρος. Μόνο που κατάφερες να αποδεχτείς στον εαυτό σου πως είσαι χαμένος και έβαλες στόχο να βρείς το νόημα της ζωής σου, έχεις ήδη ξεκινήσει, έχεις κάνει την αρχή! Και η αρχή παιδί μου είναι το ήμισυ του παντός!
-Σ’ευχαριστώ γέρο μου για τη βοήθεια και το χρόνο σου. Να σ’έχει ο Θεός καλά! Ενώ έλεγε αυτά ο νεαρός, παράλληλα έβγαλε ένα στυλό, έκοψε ένα χαρτί απ’την ατζέντα του, έγραψε κάτι πάνω του, το έδωσε στο γέρο και του είπε: αυτή είναι η διεύθυνσή μου και το τηλέφωνό μου. Όποτε θέλεις πέρνα απ’το σπίτι μου να σε κεράσω ένα τσάι. Θα χαρώ πολύ να σε δώ ξανά.
-Εγώ σ΄ευχαριστώ παληκάρι μου για την ενδιαφέρουσα παρέα που μου κράτησες. Εύχομαι να βρείς το δρόμο σου γιέ μου. Απάντησε ο γέρος, αποχαιρετώντας το νεαρό.

Καθώς απομακρυνόταν ο νέος, προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Ένιωθε ακόμη μπερδεμένος, ίσως και περισσότερο από πρίν. Χάρηκε που γνώρισε εκείνον τον γέρο. Τον συμπάθησε πολύ περισσότερο απ’όσο περίμενε, όμως δεν ένιωθε ικανοποιημένος με την απάντησή του. Κείνη την ώρα τα λόγια του γέρου φάνταζαν τρελά στο μυαλό του..

Προχώρησε. Χαμένος στη σκέψη του. Προχώρησε πολύ δίχως να σηκώσει κεφάλι.. Μονολογούσε.. και απλά προχωρούσε.. 

Κάποια στιγμή σταματά αποφασισμένος. Κοίτα ένα δέντρο και το ρωτά:

-Εσύ δέντρο όμορφο, ψηλό πού’χεις τον ήλιο φίλο, ξέρεις να μου πείς ποιο είναι το νόημα της ζωής;
-Το νόημα της ζωής είναι να ριζώνεις όσο βαθύτερα μπορείς στη γή σου. Να τη νιώθεις σαν άγια μήτρα που σε φιλοξενεί.. Τα πόδια σου να τη νιώθουν και να ανατριχιάζουν.. Να πλέκεις τις ρίζες σου με τα διπλανά σου δέντρα, να μη νιώθεις σύνορα πουθενά, να νιώθεις ένα με τη μάνα φύση σου.. Να αγαπάς τον ήλιο που θα παίξει με τα φύλλα σου κάθε αυγή και θα αναβλύζει ανάμεσα τους σαν τρεμάμενο λευκό εκστασιακό χρώμα.. Άλλα να αγαπάς και τη βροχή που θα πνίξει τις ρίζες σου.. μα θα τις θρέψει, που θα σε μουσκέψει.. μα θα σε μεγαλώσει και θα σου χαρίσει καρπούς.. που θα αναδύει τη φυσική σου οσμή.. Να αιχμαλωτίζεις τις άγιες σταγόνες τις στη φυλλωσιά σου και να εξαγνίζεσαι..
-Κι όταν έρθει ο άνεμος και σου φερθεί άσχημα; Όταν έρθει λυσσασμένος και σε χτυπά; Όταν σε ξεριζώσει; Τότε ποιο είναι το νόημα της ζωής;
-Τότε το νόημα της ζωής είναι να παλέψεις όσο μπορείς και θα μοιάζει σα να χορεύεις, καθώς τα φύλλα σου και τα κλαριά σου θα στριφογυρνούν μέσ’τη στροβιλιστή δίνη του ανέμου. Και πάλι έργο τέχνης θα είσαι, απλώς τούτη τη φορά θα’χεις διαλέξει να θυσιάσεις τον εαυτό σου στην ιστορία. Θα αφήνεσαι ελεύθερος! Αυτό κι αν είναι τέχνη! Η μεγαλύτερη τέχνη της στερνής ανάσας είναι να απολαύσεις μέχρι το τέλος τη ζωή σου.. και κεί που θα χάνεσαι, θα γελάς και θα φιλήσεις τον άνεμο στο μέτωπο, ύστερα θα ανυπομονείς να δώσεις τη σάρκα σου ολάκερη στο κεραυνό θανατηφόρο εραστή σου. Μέσ’τα χέρια του θα αφεθείς και θα καείς γλυκά.. Τότε βρίσκεις όλο το νόημα της ζωής μπρός τα μάτια σου γραμμένο.

Ο νεαρός συνεχίζει να περπατάει δίχως να μπορεί να βγάλει τα λόγια του δέντρου απ’το μυαλό του.. Πηγαίνει προς τη θάλασσα.. γονατίζει στην αμμουδιά της και τη ρωτά.

-Εσύ όμορφη κυρά γαλανοφορεμένη, που τόσοι πολλοί θνητοί σ’ερωτεύθηκαν και χαρίστηκαν στα νερά σου, μήπως ξέρεις να μου πείς ποιο είναι το νόημα της ζωής;
-Το νόημα της ζωής είναι να χαζεύεις την ομορφιά σου σαν ο ήλιος κοιτά τη ράχη σου και κεντάει μυριάδες μικρά διαμάντια στο πανωφόρι σου.. Κείνο το μπλέ πανωφόρι που σου χάρισε ο ουρανός και καθρεφτίζει την σαγήνη του επάνω σου.. Να πνίγεις κεραυνούς στο βυθό σου και να μάθεις να κολυμπάς ακόμη κι έξω απ’τα νερά σου. Να προσαρμόζεις το κύμα σου και το σχήμα σου με τις απαιτούμενες συνθήκες. Να μην ταυτίζεσαι μονάχα με την επιφάνειά σου.. να μη μπερδεύεσαι με τα κύματα και την αναταραχή της όταν εκείνη έρθει, να γνωρίζεις πως είναι περαστική και πως το κέντρο σου,ο βυθός σου μένει πάντοτε αγνός κι ανέγγιχτος. Πως οτιδήποτε και να επικρατεί στην επιφάνειά σου είναι παροδικό και δε σ'επηρεάζει γιατί στο πυρήνα σου, στον βυθό σου, επικρατεί πάντα ειρήνη, γαλήνη και ακεραιότητα.  

Ο νεαρός προχώρησε κι είδε ένα χελιδόνι να πετά από πάνω του. Φώναξε.

-Στάσου βιαστική τρέλα! Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Εσύ που τα βλέπεις όλα από ψηλά και ζείς στην άνοιξη σα βασιλιάς, μπορείς να μου εξηγήσεις το νόημα της ζωής;
-Το νόημα της ζωής; Χα!Χα! γέλασε το χελιδόνι.
-Γιατί είναι τόσο αστείο για σένα;
-Μα γιατί το νόημα της ζωής είναι αστείο από μόνο του. Μυριάδες μηδαμινές στιγμές αλυσοδεμένες στο χρόνο. Τυχαίες και αποκομμένες η μία από την άλλη κι όμως παράλληλα δεμένες σαν ένα. Ο χρόνος είναι το νόημα της ζωής. Αστείο δεν είναι; Να λοιπόν πως κερδίζεις το χρόνο! Πετάς συνέχεια, δε μένεις ποτέ σκυφτός. Μαθαίνεις να κοιτάς από ψηλά την ολότητα. Έρχεσαι κι επειδή ξέρεις πως αποδημείς το χειμώνα, δε σταματάς να γελάς με τον ήλιο, να φλερτάρεις με τις αποπλανητικές ιέρειες της άνοιξης τις όμορφες αμυγδαλιές. Να χαζεύεις τα χρώματα της αγνής τέχνης τους. Να ερωτεύεσαι την άνοιξη και να ξαποσταίνεις στις γλυκές μεσημεριανές σκιές της. Να μη χάνεις ούτε δευτερόλεπτο απ’τις εικόνες γύρω σου. Να ζείς! Να κελαηδάς σκοπούς μιας ξεχασμένης μουσικής.. Να βιώνεις τα πάντα στο πετσί σου όσο πιο πολύ μπορείς.. γιατί θα’ρθει ο χειμώνας και θα πρέπει να εξαφανιστείς. Κάθε που ξενητεύεις να αγαπάς τη καινούργια σου πατρίδα σα να’ναι η πρώτη! Γιατί στην ουσία μια είναι η μοναδική σου πατρίδα!
-Τρελό μου χελιδόνι εσύ με σπρώχνεις σε επίγνωση ζωής! Παίζεις τόσο ωραίο παιχνίδι με το μυαλό μου.. Μ’άφησες για λίγο να νιώσω ελεύθερος.. Σ’αγαπάω.
-Μα είσαι ελεύθερος! Δε το έχεις βιώσει ακόμα; Είσαι ζωντανός εννοώ. Μήπως έτσι το καταλαβαίνεις καλύτερα; Απλά αναπνέεις πώς το λένε! Κι αυτό είναι το δώρο της ελευθερίας.. Τώρα κατάλαβες τι θέλω να σου πώ;
-Νομίζω.. δε ξέρω.. Πάντως σ’ευχαριστώ για τη συμβουλή!
- Μια μικρή βόλτα περνάς από δώ μόνο. Φρόντισε να’ναι όσο πιο όμορφη γίνεται! Είπε το χελιδόνι.

Ο νεαρός προχώρησε. Ένιωθε μια πρώιμη ωριμότητα να γεννιέται στην επίφυσή του και το μετωπό του έκαιγε από πυρετό.. Είχε πια βραδιάσει γύρω του.. Τότε ρώτησε ευθέως τη νύχτα:

-Καλή μου νύχτα μήπως ξέρεις να μου πείς το νόημα της ζωής;
-Εσύ!
-Εγώ;
-Ναι! Ναι! Σίγουρα εσύ είσαι το νόημα της ζωής σου! Εσύ ο ίδιος!
-Μόνο αυτό;
-Ναι! Α! και κάτι άλλο!  Το νόημα της ζωής είναι να νιώσεις πως είσαι ένα με μένα, όπως εγώ είμαι ένα με τη μέρα! Είσαι σκοτάδι και φώς μαζί! Πρέπει να μένεις για λίγο στο σκοτάδι, ώστε να μπορέσεις να εκτιμάς το φώς! Μόνο τότε μπορείς να έχεις μια πραγματικά περιπετειώδη κι ελεύθερη ζωή!  Και σαν εισβάλλουν οι πρώτες αχτίδες ήλιου, άστες να κάνουν αργό έρωτα με τα μάτια σου.. Να το νόημα!
-Καλή σου μέρα λοιπόν νύχτα!
-Καλή σου μέρα και σένα ταξιδιώτη!

Ο νέος εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Τον βρήκε η μέρα σε μια εξομολόγηση ευγνωμοσύνης προς τον ήλιο βασιλιά. Ήταν γεμάτος από τη ψυχή του, το σώμα του δε τό’νιωθε.  Είχε πια καταλάβει τα πάντα! Σαν να χαρίστηκε το κουτί της Πανδώρας στην οφθαλμοκόρη της ψυχής του. Συνειδητοποιούσε πως η διαισθησή του είχε δίκιο τόσο καιρό που την απαρνιόταν.. Βίωνε τη ψυχή του ενωμένη με τη γή του και τον ουρανό του.. Όλα συνουσιάζονταν σε μια ενότητα που διείπε τα πάντα.  Κι ήταν μάρτυρας της ζωής του και της ανάσας του!  Θυμήθηκε όλα όσα είχε ξεχάσει από μικρός.. Αντιλήφθηκε πως το νόημα της ζωής είναι η ίδια η ζωή, η εμπειρία, η ανάσα!  Και τότε μονολόγησε στον εαυτό του:  Το νόημα της ζωής είναι η ίδια η ζωή! Τώρα που νιώθω αιώνιος μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος πια!
                                                                                                                    μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 19/11/2013

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Η σιωπή

Η σιωπή δε θα μας ξεχάσει ποτέ.. Μας βύθισε στο πυρήνα της. Τώρα είμαστε τα καινούργια αγαπημένα της παιχνίδια.. Μας φυλάκισε στο πάτο της και κάθε λίγο μας πετά δολώματα..Της αρέσει να μας παρατηρεί να βασανιζόμαστε καθώς θα προσπαθούμε να βγάλουμε μιλιά και δε θα τα καταφέρνουμε.. Γίναμε σκλάβοι της.. Στην αρχή έμοιαζε σα να το επιλέξαμε εμείς..ύστερα όμως αντιληφθήκαμε πως φτάσαμε να γίνουμε υποχείριά της. Μας σέρνει απ'το πιό αδύναμο σημείο μας..Μας σέρνει απ'τον εγωϊσμό μας.. Ύπουλη και πονηρή,σαν της επιτρέψαμε ν'αρχίσει να σεργιανίζει ανάμεσά μας, δεν άργησε να ανακαλύψει πως είναι ευάλωτη η περηφάνεια μας,πως τη προσέχουμε διαρκώς,γεμάτοι ανησυχία μπάς και ματώσει, μπάς και πληγωθεί.. Και τη φροντίζουμε συχνά,παριστάνοντας κάποιους άλλους! Πιάστηκε απο κείνη λοιπόν και ρίζωσε στα χείλη μας.. Ύπουλη μοναξιά κάνεις τα στόματα μας να ριγούν απο λαχτάρα κι όμως να μη μιλούν καθόλου..να σφίγγονται απο τούτη τη καταραμένη εγωϊστική σιωπή που τά'ραψε για πάντα.. Κρίμα στ'αλήθεια.. Είχα τόσα να σου πώ..... 
                                                                                                              μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/9/2013

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Οι ευχές



Μαύρες οι ευχές κυλούν στα καταγώγια. Λασπόνερα τις πνίγουν κι όμως επιπλέουν. Σέρνονται κρυμμένες μέσ'τα σαθρά λούκια των πεζοδρομίων και τσιρίζουν μαζί με τις σειρήνες της πόλης.. 
Μόνες περιπλανιόνται, άστεγες. Δε βρέθηκε κανείς να τις ζητήσει.. Κι αυτές κείτονται χλωμές κι ανολοκλήρωτες στην άψυχη πίσσα της ασφάλτου.. Ένας Θεός δε βρέθηκε γι'αυτές.. Δεν εισακούστηκαν ποτέ.. Θλιμμένες παραμένουν άυλες μέσ'τον ξένο παράξενο χρόνο.. Ξέρεις γιατί? Γιατί κι εκείνος που κάποτε τις γέννησε απ'την ανθρώπινη θνητή λαχτάρα του, τις ξέχασε κι ο ίδιος.. Δε τις ψάχνει πιά.. Συμβιβάστηκε να ζεί χωρίς εκείνες.. Καλύτερα έτσι.. Για να κρατάς ευχές μέσ'τη καρδιά πρέπει να έχεις την ευθύνη τους, να μπορείς να τις σηκώσεις, να μπορείς να τις αντέχεις σαν άυλες σκέψεις και να υπομένεις μέσ'το χρόνο μή χάνοντας τη πίστη σου σ'αυτές ούτε λεπτό ωσότου θελήσουν να πραγματοποιηθούν. Θέλει δύναμη.. Κι εκείνος ήταν αδύναμος. 
Οι ευχές είναι δώρο και φορτίο. Είναι όνειρα και εφιάλτες μαζί. Τόσο ελπιδοφόρες κι αισιόδοξες μα τόσο ανυπόφορες και εμμονικές.. 
Λυπάμαι κείνους που ζούν χωρίς εκείνες..που φοβούνται να μεθύσουν με τη φαντασία τους, μπάς και τους βγάλει ψεύτες.. Τις κλείνουν έξω, μη και ματώσουν απο δαύτες και δε τολμούν ποτέ τους να πονούν.. Πνιγμένοι μέσ'τον μεταξωτό εγωϊσμό τους, δεν ανέχονται κηλίδες αίματος που θα τους κάνουν να σκύψουν το κεφάλι.. Και ζηλεύω κείνους που τις σταυρώνουν στα χέρια σα προσευχή, που υποφέρουν δίχως αυτές για χρόνια κι όμως δε σταματούν να τις αγαπούν και να τις προσμένουν σαν αδαή παιδιά που όλο ελπίζουν μέσ΄το τίποτα.. Που πέφτουν και ξανασηκώνονται με το ίδιο θάρρος, έχοντας κιόλας ξεχάσει όλες τις γρατζουνιές τους, όσο βαθιές κι αν ήταν..
Οι ευχές ταιριάζουν μονάχα στους ήρωες και όχι στους δειλούς. Οι ευχές μας κρατούν στο ηλιόλουστο φώς της ζωής και η παραίτηση απο αυτές στο λήθαργο του αργού θανάτου.
Γιατί το θαύμα δεν αργεί να'ρθεί παρά μόνο σε κείνον που δε το πίστεψε..
                                                                                                                             μαριάννα. 
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/4/2013

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Εσύ

Ήσουν εδώ,πίσω απ'τους τοίχους σε θυμάμαι,ποτέ σου δε τους γκρέμιζες..
Ήσουν φοβισμένος, μα με τα μάτια σου την ανάσα μου τη θέριζες..
Γελούσες σα μικρό παιδί κι εγώ δε χόρταινα να σε κοιτάζω..
Κείνα τα δυό μεγάλα χείλη σαν σκεφτώ..ανάσα βαριά στενάζω..
Ήθελες μόνος να μένεις,να προκαλείς τον εαυτό σου
σα δούλος του εγώ σου, να σκαρώνεις μόνο το κακό σου..
Εκπαίδευες τους φόβους σου με αμφιβολία και καχυποψία,
τους έκανες αρχές σου και όπλα σε κάθε παρανοϊκή σου αυτοψία..
Είχες όμως ψυχή..Είχες δύναμη κεντημένη στο στήθος.
Διέσχιζες ορθός με ηθική,μέσ'το αχανές πλήθος.
Πληγωμένος επαναστάτης μιάς ιστορίας που σου άφησαν τα νιάτα σου
σεργιάνιζες πιά με μια βαριά πανοπλία,πού'χε γίνει ρούχο στα στήθια σου..
Κάποιες φορές έσερνες με τη ζερβή σου τη παλάμη και μια λόγχη κοφτερή..
και κάθε που σκότωνε,υψονόταν στον ήλιο και αστραφτερούσε απο αίμα λαμπερή..
Το μετάνιωνες..όμως έπρεπε να σκοτώσεις για να ζήσεις εσύ!
Έπρεπε να φοράς τη πανοπλία για να μη πληγωθείς εσύ!
Γρήγορα όμως τα όπλα έγιναν εσύ,κατάντησαν ο χαρακτήρας σου σε κάθε περίσταση..
Οι φόβοι σου πήραν τη μορφή σου και περνούσες για καταδίκη την ανάσταση..
Μπερδεύτηκες στο λαβύρινθο του εγώ σου και ξέχασες πως επαναστατούν..
Λησμόνησες πως οι ελεύθεροι άνθρωποι,δίχως ντροπή και φόβο αγαπούν..
                                                                                                                       μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/3/2013

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Τα πάντα

Αυτό που ονειρευόμαστε μωρό μου είναι τα πάντα!!Τα πάντα αστρικά..τριγυρνούν στα κούφια μας κεφάλια..Τα πάντα είναι δικά μας! ανήκουμε στα πάντα,είμαστε τα πάντα!Θέλουμε τα πάντα!Ανοίγουμε τα χέρια,στρέφουμε πρόσωπο στον ουρανό και στροβιλιζόμαστε γύρω απ'τον εαυτό μας χαμογελαστοί..Its some..  Αγκαλιά με δράκους μπλέ,σκορπάμε αστερόσκονη στην γή της επαγγελίας..Σα δυό χαμένοι αγγελιοφόροι του σύμπαντος..Ο ήλιος ίδιος!Κίτρινος και άσπρος!Πανέμορφος..Εθιστικός..Σαν τον χαζέψουμε για λίγο μέ'στα μάτια..δραπετεύουμε απο την ύλη και αγαπάμε τη ζωή σα γλυκό μεθύσι που μας ωριμάζει..Η νεότητά μας πηγάζει απ'τη ψυχή μας,πού'χει φτερά για δώρο.. Εμείς μωρό μου! Εμείς είμαστε οι θεοί! Αγγίξαμε το θεό,νιώσαμε το θεό να ανασαίνει μέσα μας και να κοιτά απ΄τα μάτια μας..Τον γνωρίσαμε στη φύση,τον είδαμε σ'ολάκερη τη φύση ζωγραφισμένο,σαν ψηφιδωτό πορτρέτο..Ήταν μαγικό! Τις πιο όμορφες συζητήσεις τις κάναμε με το ενστικτό μας και με τον άλλο μας εαυτό..Είδαμε τόσο όμορφα ηλιοβασιλέματα,λουσμένα σε ψυχεδέλικα χρώματα..Γνέψαμε χαμογελώντας με ένα νεύμα έκστασης στη θάλασσα..την είδαμε κι αγριεμένη να στέλνει τεράστια μπλέ ηλεκτρικά κύματα στην αμμουδιά.. Ακούσαμε και τους γλάρους πολλές φορές..πιο πολύ σαν ήμασταν μικροί..μεγαλώνοντας ξεχάσαμε να τους δίνουμε σημασία.. Χαζέψαμε εικόνες όμορφες..άλλες με πνιγμένα λουλούδια και χρώματα..κι άλλες μαζί αγκαλιά να γελάμε.. Ώρες -ώρες είμαι σίγουρη πως ξέραμε να ζήσουμε ρε μωρό μου..Ζούσαμε για το υπέροχο τώρα..ήμασταν εκεί ψυχή τε και σώματι..Με το που σε βρήκα ελευθερώθηκα..έτσι στα στεγνά και στα γρήγορα κατάφερα κι ολοκληρώθηκα..Μόνο τώρα καταλαβαίνω τι μετράει τελικά.. Απο μικρή αγαπούσα τα παραμύθια..γι'αυτό και θέλησα να κάνω τη ζωή μας σαν ένα απο αυτά..το δικό μου.. Τελικά ξέρεις τι κατάλαβα..? Δεν είναι η ζωή που είναι θλιβερή..,αλλά οι άνθρωποι.. Και μόλις σαν επιφοίτηση το αντιλήφθηκα αυτό..απλώς απελευθερώθηκα απ'τον φόβο μου..κι άρχισα ν'αγαπάω τα πάντα σαν ένα κομμάτι δικό μου..Είναι όλα δικά μας μωρό μου..Πιστεψέ το!Αφήνουμε τη δική μας ιστορία εδώ..Είμαστε εμείς οι ήρωες πάντα στη δική μας τη ζωή..Είμαστε ένα με το σύμπαν..Αν δεν υπήρχαμε εμείς, κάποιο άλλο σχήμα θα είχε το σύμπαν,σίγουρα κάτι θα ήταν τελείως διαφορετικό..Συμβάλλουμε κι εμείς στην ολότητα..συμβάλλουμε στην ενότητα..Σού'χω μιλήσει για τους ύπουλους ρόλους που μας αναθέτουν,άλλοτε σ'ένα διήγημα που σού'χα αφιερώσει..Θυμάσαι? Αυτοί οι ρόλοι δε κυριάρχησαν σε μάς..Για λίγο, μονάχα στην αρχή ανάμεσά μας, σαν πρόχειρες μάσκες για τη έναρξη του έργου..Ύστερα τους αποχωριστήκαμε..Ευτυχώς δε πέσαμε στη παγίδα της ματαιοδοξίας μήτε και της εξουσίας..Λατρεύω τη περιπέτειά μας..Καρτερώ κάθε μέρα με τόση υπομονή τη συνέχεια της..Θυμίζω στον εαυτό μου να είμαι υπομονετική,όπως με πρόσταξε ένα τραγούδι που μου θυμίζει εσένα.. Τελικά η ζωή είναι πανέμορφη και τό'χα ξεχάσει απο παιδί αυτό..Τώρα τελευταία νιώθω συνέχεια όπως όταν ήμουν παιδί..Τώρα βλέπω,δε κοιτάζω απλά,με την μόνη καθαρή οπτική γωνία..Ερωτεύομαι τη ζωή κάθε στιγμή κι ευγνωμονώ για την ερωτευμένη μου ανάσα..Είναι το πιο περίεργο συναίσθημα που έζησα μέχρι τώρα..Με κάνει να νιώθω ζωντανή! Νιώσε κι εσύ ζωντανός! Αυτό θέλεις κι εσύ..Αυτό θέλουν όλοι.. Εγώ εδώ λοιπόν στην άκρη της αλήθειας..με τα μάτια της ψυχής τα παιδικά..κοιτάω τη ζωή σαν όμορφη τεράστια ταινία με ευτιχισμένο τέλος..Και δε με νοιάζει πια να εκτεθώ,γιατί κατάλαβα τα πάντα..Δε με νοιάζει να γλιτώσω,γιατί έχω τα πάντα..Δε με πειράζει να αγαπάω,είδα πως περήφανος είσαι μονάχα όταν αγαπάς και το φωνάζεις! Μόνο τότε είσαι περήφανος,ειδάλλως είσαι ένα φοβισμένο πρόβατο,ούτε κάν μαύρο αναρχικό,ένα απλό άσπρο πρόβατο που περιμένει πρόσταγμα στο τί να νιώσει.. Γι'αυτό κι εγώ σπάω το ηλίθιο τείχος του φόβου κι απελευθερώνομαι..Ζώ τη κάθε μέρα σα νά'ναι η τελευταία και φροντίζω να προλάβω να πώ όσα θέλω μέχρι να φύγω..Έτσι για να μη πώ πως μετάνιωσα μετά..Για να φύγω ήσυχη..Καταλαβαίνεις μωρό μου..Ξέρω πως καταλαβαίνεις..Συνήθιζες να καταλαβαίνεις τα πάντα πρίν απο μένα,ακόμη και μένα την ίδια! Άς βάλουμε στοίχημα λοιπόν να ζήσουμε το πιο όμορφο,το πιο απίστευτο,το πιο περιπετειώδες σενάριο ζωής! Την πιο όμορφη ιστορία ανθρώπων..,να τη ζήσουμε εμείς..Κείνη που θα γίνει παραμύθι εξωπραγματικό στις επόμενες ζωές..Και θα υπάρχει μονάχα στα βιβλία..που θα διηγούνται μύθους στα παιδιά..Κρυμμένη στα παραμύθια των παιδιών.. Γιατί άλλωστε ..απο τη ζωή βγήκαν τα παραμύθια κι απ'τα παραμύθια η ζωή..Τα πάντα είναι δυνατά σε τούτο το δημιουργικό παρόν..Ας ζήσουμε λοιπόν...τα Πάντα.....
                                                                                                                             μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 13/1/2013

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Το παιδί που θυσιάσαμε στο βωμό των ρόλων

Σε καρδιά καλοκαιριού διαλέξαμε τ'ανθισμένα φύλλα μας να βάψουμε κοκκινωπά και να τα θανατώσουμε σαν σε κηδεία φθινοπώρου.. Ρίχνοντάς τα καταγής..αφηνοντάς τα να ζαρώσουν, να ξεντυθούν απ΄την πνοή τους και να κείτονται νεκρά σα να κατοικούσαν σ'άγριο χειμώνα.. Κάτω άπ'τον ήλιο απαρνηθήκαμε όλους τους δωρισμένους μας καρπούς..Κάτω απ'το φώς του μαραθήκαμε κι εμείς σαν ξερά βλαστάρια.. Μόνο τ'αγκάθια μας κρατήσαμε και τα σμιλεύουμε γυρτά και μυτερά με τόση προσοχή.. Τα προτάσουμε μπρός και τα μαθαίνουμε μονάχα να επιτίθονται..να καρφώνουν λυσσασμένα όποια δάχτυλα τα πλησιάσουν.. Τα δασκαλέψαμε με οργή, τα ποτίσαμε μ'όλες τις πληγές κι όλα τα μίση μας. Τα ορμηνέψαμε να δυσπιστούν σε δάχτυλα φροντίδας, σε μάτια θαυμασμού και φερσίματα αγάπης.. Ριζώσαμε σαν φοβισμένα αγρίμια στην γωνιά μας, θυσιάσαμε όλα τα σπόρια επέκτασης κι ένωσης στο όνομα της ασφαλούς απομόνωσης.. Τώρα στριγγλίζουμε σαν δαίμονες κάθε που τ'αγιόνερο δροσίζει το μολυσμένο μας χώμα.. Εμείς που κάποτε ρουφούσαμε όλα τ'αγκάθια μέσα μας κι ανοίγαμε τα κλαρία μας σα δυό θεόρατα θαρραλέα χέρια ν'αγκαλιάσουμε με όποιο κόστος, λίγη δροσιά αγάπης κι αποδοχής. Εμείς που φωνάζαμε τις ευχές μας χωρίς ντροπή και πιστεύαμε σε κείνες όσο τρελές κι αν ήταν.. Εμείς που χαιρόμασταν λές κι είχαμε ολάκερο το κόσμο δικό μας, σα κρατούσαμε μονάχα μια σοκολάτα στα χέρια μας η' ένα ποτήρι νερό που μας ξεδιψούσε.. Μας φάνταζε μαγική η σοκολάτα και το νερό δώρο απ'το Θεό.. Εμείς που γελούσαμε δίχως λόγο και ευγνωμονούσαμε την ίδια μας ανάσα.. Εμείς που φλυαρούσαμε λές κι αύριο δεν υπήρχε.. Εμείς που πέφταμε, χτυπούσαμε, ματώναμε τα γόνατά μας κι όμως ξανασηκωνόμασταν και συνεχίζαμε το παιχνίδι με την ίδια χαρά.. Εμείς που πιστεύαμε στα πάντα και τίποτα δε μας ήταν ακατόρθωτο.. Εμείς που ο,τι κι αν νιώθαμε το λέγαμε κι ας ξέραμε πως συνοδεύεται απο μια έντονη κοκκινίλα σταμπαρισμένη για λίγα δευτερόλεπτα στα δυό μας μάγουλα.. Δεν φοβόμασταν, είχαμε τη δύναμη να τα βάλουμε με μας.. Εμείς που κάποτε ήμασταν παιδιά.. Εμείς......
                                                                                                               μαριάννα.

Ημερομηνία Δημιουργίας: 22/8/2012

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Πρωϊνή γλυκιά φαντασίωση

Κάποιες φορές, κάπου προς τα ξημερώματα, όταν σταματήσουν να ουρλιάζουν σαν αγρίμια οι ταχείες και να τσιρίζουν τα λάστιχα στην άσφαλτο..Όταν οι σειρήνες πάψουν να θρηνούν κι όλη η φασαρία της πόλης κοπάσει..σαν βγείς έξω, το στενό σου μοιάζει επαρχιακό.. Με τα τέσσσερα δέντρα του να σε κοιτάν περήφανα, γιατί θαρρούν πως είναι τα μοναδικά στη πόλη..νίωθουν πως τα χρειάζεσαι..πως είναι ανεκτίμητα για σένα μιάς και καταφέραν να επιβιώσουν μέσα στην αστική μαυρίλα.. Κι έτσι με αφέλεια αφήνουν ελεύθερα τα φύλλα τους, να χορεύουνε φλερτάρωντας με το ελαφρύ αεράκι του πρωϊνού.. Τις πρώτες αχνές αχτίδες ήλιου να σκάνε ευλογημένο φώς..να τρέμουν πίσω απ'τα φύλλα και να αντανακλούν πάνω στα ψηλά άγχρωμα μπετά.. Τον ουρανό γαλανόλευκο-γοητευτικό, έτσι όπως μόνο την ώρα της αυγής ξέρει να ντύνεται.. Και τα πουλιά να τραγουδούν σαν σε κονσέρτο.. Μονάχα κείνη την ώρα μπορείς ν'ακούσεις καθαρά τα πουλιά, ύστερα απο λίγο χάνονται κι'αυτά μέσ'την άπονη βουή της πόλης..
Σαν χαζέψεις όλα τούτα λοιπόν, αρχίζεις να πιστεύεις πως βρίσκεσαι σ'ένα επαρχιακό χωριό, σ'ένα πραγματικά αγνό χωριό.. Κι αρχίζεις να μυρίζεις στον αέρα νοσταλγία..Αφήνεσαι σε αναμνηστικούς συνειρμούς και για λίγο πάς πίσω.. Νομίζεις πως είσαι στ'όμορφο χωριό σου..σε κείνα τα χρόνια που γεμάτος χαρά ετοιμαζόσουν, στολιζόσουν σαν σου λέγαν οι δικοί σου να τραβήξετε για κεί.. Σε κείνες τις μέρες που τώρα μοιάζουν τόσο εξωπραγματικές.. Σιγοντάρεις μάλιστα τ'ονείρατό σου, κάνοντας σκέψεις παιδιάστικες, όπως, Θεέ μου κάνε κάποιος γείτονας νά'χει έναν κόκκορα, κι όπου νά'ναι να λαλήσει γεμάτος όρεξη για τον όρθρο.. Θέλωντας έτσι να συμπληρώσεις την παράξενα γλυκιά φαντασίωσή σου..Κι είναι τόσο γαλήνια σαν κλείνεσαι όλο και περισσότερο μέσα σ'αυτό το συναίσθημα εξοχής..
Άλλες φορές πάλι, μοιάζει να βρέθηκες στην όμορφη Αθήνα του '60, σε κάποιο παλιό γραφικό της σοκάκι..που σε λίγο θα ξεχυθούν στο δρόμο τα παιδιά να παίξουν μπάλα όλο χαρά και φωνές πνιγμένες στην αγνότητα, οι μανάδες θα βγάλουν σκαμπό έξω απ'τη πόρτα να κουβεντιάσουν τα νέα περίχαρες με τις γειτόνισσες και ν'αγναντέψουν για λίγο τη καινούργια ημέρα πρίν ξεκινήσουν τις καθημερινές δουλείες του σπιτιού..
Κι έτσι μεθυσμένος απ'το όνειρό σου, τραβάς για το πίσω μπαλκόνι..πού'χει για θέα του μια τόσο δά μικρή έκταση αποτελούμενη απο αρκετά δέντρα.. Θαρρείς πως είναι γαζιές..δε μπορείς να πείς και με σιγουριά..ποτέ δε ρώτησες να μάθεις..σου φτάνει μονάχα που υπάρχουν εκεί.. Σα χθές σου μοιάζει που στη θέση τους κάποτε δέσποζε μια παλιά κλασσική μονοκατοικία πού'χε γι'αφεντικό της μιαν αρχοντική γιαγιά..φίλη της δικής σου γιαγιάς. Τις θυμάσαι να ανταλλάσουν ευχές και καλημέρες κι άλλοτε να συζητούν ώρες, πνίγοντας πλήξεις και νεκρές ώρες μοναξιάς.. Σαν έγνεψε αντίο κείνη η γιαγιά, ο γιός της επέλεξε να πουλήσει το σπίτι της. Ο αγοραστής το κατεδάφισε μιάς και βαστούσε πολλά χρόνια και ρωγμές στη ράχη του.. Απο τότε έμεινε ανεκμετάλλευτο. Εδώ και μιά δεκαετία λοιπόν έχουν φυτρώσει τούτα τα δέντρα πάνω στα συντρίμια του. Καθώς τα χαζεύεις, αγαλλιάζει η ματιά σου κι ησυχάζει επάνω τους.. Δεν είναι λίγες οι φορές που ξαγρυπνάς μόνο και μόνο για να νιώσεις τη ζεστασιά τούτου του ονείρου,των πρώτων πρωϊνών ωρών.. Σα νά'ναι το γιατρικό πού'χεις ανάγκη για να συνεχίζεις να αντέχεις τη σκληρότητα της πόλης, που παρ'όλη τη φασαρία της σου μοιάζει τόσο έρημη,τόσο βουβή και ξένη.. Σκέφτεσαι πως άλλοι κάτοικοι αυτής της μίζερης πόλης δεν έχουν τη δική σου τύχη στο πίσω τους μπαλκόνι, δεν έχουν ίχνος πρασίνου να κοιτούν, μαλιστά πολλοί απο αυτούς δεν έχουν κάν πίσω μπαλκόνι. Κι έτσι με βουτηγμένη συνείδηση στην ευγνωμοσύνη και μυαλό πλανεμένο απο αλλοτινές εποχές, πλαγιάζεις ήρεμος για άλλη μιά αυγή.. Με παντζούρια πάντα ανοιχτά..να αγναντεύεις τα λιγοστά σου δέντρα σαν ιδέα δάσους για να γαληνεύεις..και τις δυό σπιθαμές ουρανό που σ'άφησαν τα απρόσωπα κτίρια και οι αποκρουστικές συστάδες πολυκατοικιών για να κοιτάζεις.. Νανουρίζεις τα βλέφαρά σου απ'τα τελευταία καθαρά κελαηδίσματα των πουλιών κι αποκοιμιέσαι μ'ευχαρίστηση στα χείλη σμιλεμένη.. Μη θέλοντας να ξέρεις πόσους θορύβους και βαβούρα θα καταγράψει το υποσεινήδητό σου κατά τη διάρκεια του ύπνου σου, όταν αρχίσουν να ξυπνούν τα θηρία της πόλης ένα-ένα....
                                                                                                                  μαριάννα.

Ημερομηνία Δημιουργίας: 1/7/2012

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Σιωπηλή συνειδητή φωνή

Σα να μπερδεύτηκαν οι ρόλοι.. Τώρα μοιάζει να υποτάχτηκα εγώ.. Ποιός εγώ? Που κάθε που λύγιαζε το κεφάλι μου..βάραγα δυό χαστούκια στη μάπα μου και συνερχόμουν..  Ποιός είμαι? Γιατί τώρα μοιάζει νά΄γινα κι εγώ ίδιος με κείνους? Κρυστάλλινες θάλασσες τα πρόσωπα..στο φώς του ήλιου απο κάτω απ'τα βουνά..  Σα να προσκυνάνε το σύμπαν.. Άλλες χλωμές..κι άλλες αστραφτερές.. Κάπου εκεί θά'ναι κι η δικιά μου φιγούρα. Μάθαμε να υπακούμε απο πολλοί μικροί, απο τότε που μας είπε η μαμά τώρα πρέπει να κοιμηθείς.. Γιατί να ξέρει εκείνη πότε πρέπει εγώ να μπορώ να κοιμηθώ..? Όταν γουστάρω θα κοιμηθώ ρε μάνα.. Γιατί να υπακούσω? Σα σκάκι τεράστιο,κρυστάλλινο κι εκείνο μοιάζει..κι εμείς τα στρατιωτάκια..υπακούμε στις κινήσεις των χεριών τους.. Μα εγώ είμαι ο βασιλιάς σε τούτο το σκάκι..δεν είμαι κανενός το στρατιωτάκι.. Είμαι ελεύθερος σας λέω!  Ώρες-ώρες νιώθω φτερά στη πλάτη μου να φτερουγίζουν..  Δε φαίνονται στους καθρέφτες, μα εγώ τα νιώθω να κοπανάν γοργά τη πλάτη καθώς φτεροκοπάνε ζωηρά, δεμένα με λαχτάρα.. Δε γύρισα να τα κοιτάξω ποτέ, μα τα φαντάζομαι σα μια λευκοθαλασσιά φωσφοριζούμενη αύρα στο σκοτάδι να ανασαίνει με κάθε φτερούγισμα. Να ανασαίνει μονάχα η φτερωσιά..σα να στερήθηκα το σώμα μου.. Είμαι ελεύθερος το ξέρω.. Όποτε θέλω αφήνομαι στο θάνατο σαν έργο τέχνης.. Όποτε θέλω μπορώ να σκαρώσω το τέλος μου και σας υπόσχομαι πως θά'ναι θεατρικό, θά'ναι στ'αλήθεια ένα έργο τέχνης, χάρισμα σε σας απο έναν άσημο καλλιτέχνη που στη ζυγαριά της ισορροπίας δεν έγειρε ούτε λίγο..
Οι κανόνες είναι για να τους παραβαίνουμε..μονάχα τότε υπάρχει ισορροπία.. Τους ύπουλους ρόλους μας πρέπει στ'αλήθεια να τους ξαποστέλνουμε.. Καμία υποταγή στους ρόλους.. Σηκωμένα τα μάτια στον ουρανό..υποταγή μονάχα στο Θεό..μονάχα στο κυρίαρχο τούτου του σκακιού.. στο Πατέρα μας μονάχα!! Ξέρεις κάποιες φορές τα χέρια μου νιώθω πως μιλούν..κι ο φίλος μου τ'αποκαλεί για πλάκα τα λαλημένα χέρια.. Στ'αλήθεια αστείο.. Τα υψώνω κάποιες φορές στον ουρανό και αγκαλιάζω όλο το Θεό! Ολάκερη τη μεγαλωσύνη του Θεού μου.. Τό'χεις κάνει ποτέ?  Το κατάφερες ποτέ εσύ?
Κοίτα αυτό το πεύκο πως γέρνει με τη φυλλωσιά να ανταμώνει τη γή σαν σε προσκήνημα..μαγικό δεν είναι? Κοίτα το είναι θλιμμένο..μονάχα δυο κουκουνάρια έχει για παρέα του.. Σα να κλαίει φαίνεται..όλο συρτό κι απελπισμένο.. Γιατί τι είδε και το τρόμαξε? Είναι κείνο που στέκει έξω απ'το δωμάτιό σου.. Σα τι να βλέπει άραγε και να θρηνεί..? Κοίτα πως τρέμει ο ήλιος μεσ'τις σκυφτές του βελόνες... Με κάνει να θέλω να κλάψω κι εγώ..με λυγμούς..να κλάψω δυνατά μια φορά για όλα τα μαζεμένα..αλλά και πάλι δε τα καταφέρνω..τόσο καιρό μονάχα τα λόγια μου κλαίν..
Άραγε στρέφεις το κεφάλι σου καθόλου προς το πεύκο πότε-πότε? Πρόσεξες ποτέ με πόση θλίψη σε κοιτά?  Ένιωσες ποτέ πως σου κάνει παρέα στα σιωπηλά? Αμφιβάλλω.. Πάντα τα παντζούρια σου κλειστά τα βλέπω.. Πάντα σκοτάδι στη κρυψώνα σου.. Το φώς το απαρνιέσαι..το κλειδώνεις απ΄έξω.. Τη πόρτα κλείνεις στην Εδέμ.. Τί κι αν σε περικυκλώνει..ποτέ δε τη περπάτησες..ποτέ δε χάθηκες μέσα της σα μικρό παιδί..,ούτε μιά φορά δεν έτρεξες στο χώμα της, κάτω απ'τον ήλιο, με πόδια κουρασμένα, χνώτα λαχανιασμένα και χείλη ευτιχισμένα..κι ύστερα ευλογημένα κουρασμένος να ξαποστάσεις στη σκιά του ψηλόλιγνου ευκαλύπτου..με μάτια μεθυσμένα απ'τον ήλιο και στόμα ερωτευμένο με το νερό.. Κι είμαι σίγουρος πως ούτε ένα βράδυ δεν έβαλες μουσική στ'αυτιά να βγείς να σεργιανίσεις κάτω απ'το φεγγάρι..να αγνάντέψεις όλο το δάσος της βαδίζοντας αργά.. Νιώθοντας το αέρι να σε χαϊδεύει στη μελαχροινή σου χαίτη, τα ξέρα φύλλα να ανασταίνουν φωνή κάτω απ'το βήμα σου και τα τριζόνια να σου τραγουδούν.. Τις πυγολαμπίδες να σου φωτίζουν το δρόμο και τα άστρα σαν ύψωνεις το βλέμμα σου να σε κοιτούν κατάματα.. Τα καλοκαίρια άραγε χάζεψες ποτέ κείνες τις κιτρινόμαυρες πεταλούδες που χορεύουν γύρω απ'τα δέντρα, υπακούοντας όλο χάρη τον ρυθμό απ΄τα τραγούδια των πουλιών..? Κείνες τις μεγάλες,τις σοφές..που ξέρουν πάντα τρόπο να σε γοητεύουν..
Πότε στ΄αλήθεια έζησες τούτη την Εδέμ? Πότε της έδωσες προσοχή? Πότε περιπλανήθηκες στην ομορφιά της? Πότε σκαρφάλωσες ένα μονάχα της δέντρο? Πότε ονειρεύτηκες στη μεσημεριανή γλυκιά σκιά της? Μπροστά σου την είχες τόσο καιρό..τριγύρω σου γερνούσε κι εσύ κλεινόσουν στο δωματιό σου..δεν έδωσες ποτέ σου σημασία σε τούτη την Εδέμ...
Κάποιες φορές σκέφτηκα να σου δέσω δυό γερά σκοινιά κι ένα παλιό λάστιχο σε κείνο το πεύκο, μπάς και έβγαινες λίγο έξω με τη πρόφαση να κάνεις κούνια..κι ίσως σ'άρεσε κι άρχιζες να απομακρύνεσαι κάθε μέρα όλο και πιο πολύ απ΄το δωμάτιό σου.. Άλλες φορές σκέφτηκα να σου δωρίσω τα δικά μου τα φτερά που λαχταρούν..και να ντυθώ με τα δικά σου που αδρανούν.. Και κάποιες ελάχιστες ήταν που σκέφτηκα να κλείσω τα μάτια μου και να προσποιηθώ πως δε σε βλέπω..κι ύστερα ένιωσα τύψεις που λιποτάκτησα απ'τα δύσκολα έστω και για λίγο..που λιποτάκτησα απο σένα..
Νομίζω πως σήμανε η ύστατη ώρα φίλε μου.. Η ώρα που το μέτωπό μας πρέπει να σταθεί ορθό! Το κεφάλι μας να μη λυγιάσει ποτέ ξανά! Η ώρα που πρέπει να απάρνηθούμε τους δήθεν ρόλους που προστάζει, η ανάγκη να μας αποδεχτεί το σύνολο ή ο εγωϊσμός ή ο φόβος και η απογοήτευση που μας φόρτωσαν στη ράχη οι συνανθρωποί μας.. Μη μοιάσουμε και μείς σε κείνους.. Μην αφήσουμε την απελπισία, την μελαγχολία, τις πληγές κι όλα τα τέρατα να μας ορίσουν,να μας κάνουν να εγκαταλείψουμε και να μένουμε αμέτοχοι,χαμένοι κι εγκλωβισμένοι στη τρύπα μας.. Μη σταματήσουμε να είμαστε άνθρωποι.. Μη ξεχάσουμε να ζούμε εξαιτίας τους.. Θυμήσου τα λόγια μου αδερφέ μου..
                                                                                                                               μαριάννα.

Ημερομηνία Δημιουργίας: 12/6/2012

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Ένα παραμύθι του κόσμου και μια αλήθεια του παραλληλόκοσμου


Μια ιστορία απ'τα μέρη του παραλληλόκοσμου ξαγρύπνησε τη περιέργειά μου.. Ήταν λέει..εκείνο το μαύρο πρόβατο,μονάχο του..αναρχικό και περιθωριακό,δυνατό και θυμωμένο..ανυπάκοο με πόδια γοργά και την επανάσταση στο βλέμμα.. Βάδιζε λοιπόν στην αγροικία της Βαβέλ γνωρίζοντας όλα τα κατατόπια απ'έξω.. Ξάφνου αντικρίζει έναν μελαχροινό λύκο να τρέχει πρός το μέρος του..θεόρατο,με γυαλιστερό κατάμαυρο τρίχωμα και μάτια βουτηγμένα στο χρυσό.. Για μια στιγμή φοβήθηκε..όμως δεν έκανε πίσω..έστεκε και τον κοιτούσε κατάματα,όσο εκείνος το πλησίαζε..και κάπου εκεί ήταν που αναρωτήθηκε μήπως βλέπει τον μελλοντικό εαυτό του..να τον κυνηγά.. έμοιαζε να κοιτούσε καθρέφτη..Ήταν ίδιος με κείνο,μα λίγο πιο μεγάλος.. Κι όταν το φτάνει,εκείνο δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω..αντιμετώπισε το θάνατο κατάματα..σα να'ταν στα μέτρα του.. Ο λύκος φρέναρε γεμάτος λαχτάρα να μυρίσει το θύμα του..εκείνο ατάραχο..ξέκλεβε απ'τα μάτια του λύκου την αλήθεια του.. ο λύκος σάστισε για λίγο.. και αποκρίθηκε: 
-μα δε με φοβάσαι καθόλου? δε θα τρέξεις μακριά μου? 
εκείνο απαντά: 
-τόσο καιρό σε έψαχνα και τώρα θα φύγω μακριά σου? 
-μα εσύ θα έπρεπε να με τρέμεις!τι έχεις πάθει? ξέχασες το ρόλο σου? σάλεψες? 
-μόνο τ'αγκάθια φοβάμαι εγώ..απάντησε το μαύρο πρόβατο.αυτά τα καταραμένα αγκάθια..δε ξέρεις πότε και πού θα σε τρυπήσουν..πάντα σε αιφνιδιάζουν,είναι ύπουλα ξέρεις.. τά'χεις βρεί ποτέ στο δρόμο σου? 
-ναι..πως! 
-και?δε σκιάχτηκες διόλου? 
-δε σε καταλαβαίνω μικρό μου σαλεμένο..μα αρχίζω να σε συμπαθώ αθελά μου..γυρνά και αποκρίνεται ο μελαχροινός λύκος.
-καλά κάνεις..μονάχα έτσι κερδίζεις το παιχνίδι..αν έχεις τη δύναμη να ξεγελάς το ρόλο που σου αναθέσαν,τότε μπορείς νά'χεις τον εαυτό σου μονάχα δικό σου..πιστεψέ το αυτό..απαντά το πρόβατο.
-μπερδεμένα μου τα λες..σα  μαυροφορεμένη τρέλα σεργιανίζεις και μουρμουρίζεις?έτσι συνιθίζεις? 
-χάρηκα που ήρθες πρός τα δώ..πώς κι απ'τα μέρη μου? λέει το πρόβατο.
-για σένα ήρθα. 
-το ξέρω..σε περίμενα.. 
-δε κατάλαβες..είσαι το γεύμα μου για σήμερα..
-και αύριο ποιό θά'ναι το γεύμα σου?εδώ είναι ερημιά..δε θα βρείς τίποτα άλλο στη δικιά μου αγροικία για να φάς..μόνο χορτάρι και αγκάθια..σού'πα οτι αντιπαθώ τα αγκάθια?δε θυμάμαι αν στο είπα..τέλωςπάντων..λέγαμε πως δε θα βρείς τίποτα άλλο να τραφείς εδώ..οπότε έχω να σου κάνω μια πρόταση.. 
-σ'ακούω τρελό μου. 
-μπορείς αν θές να με τρώς κάθε μέρα λίγο-λίγο,ώστε νά'χεις για αρκετές μέρες να μασουλάς κρέας..κάθε μέρα κι απο λίγο μεζέ..πως σου φαίνεται? 
-σ'αρέσει να σε βασανίζουν? απόρισε ο λύκος.
-όχι ,μ'αρέσει να σε βασανίζω εγώ.. 
-μα τι λές?τά'χεις χάσει? 
-λέω πως θέλω να γίνουμε φίλοι οι δυό μας..τί λές κι εσύ?σε πειράζει να μείνεις νηστικός και να κερδίσεις έναν φίλο? 
-πάντα ήθελα έναν φίλο..ίσως έναν φίλο ακριβώς σαν εσένα..δεν είμαι σίγουρος ακόμα..ξεστομίζει ο λύκος.
-μη το σκέφτεσαι λοιπόν..πάμε να σου δείξω τα μέρη μου..
-ας πάμε..
-μη στεναχωριέσαι..θα σου δείξω και τις κρυψώνες μου,σε περίπτωση που το μετανιώσεις,να ξέρεις που θα με βρείς για να με καταβροχθίσεις.. 
-είσαι στ'αλήθεια το πιο περίεργο πρόβατο που γνώρισα ποτέ μου..
-γιατί πρόλαβες μήπως να γνωρίσεις κανένα ποτέ?σε άφησε ποτέ η λαιμαργία σου? 
-αυτό να μου πείς..πάντως μου φαίνεται πως μοιάζουμε οι δυό μας..
-καλό αυτό..αρχίζεις να ξεφεύγεις απ'τη παγίδα των προκαθορισμένων ρόλων.. λέει όλο θάρρος το πρόβατο. Κι έτσι άρχισαν να περπατούν χέρι-χέρι.. 
-μη νομίζεις πως δε σε φοβάμαι.. λύκος είσαι..σαφώς και σε φοβάμαι..συνέχεια σε φοβάμαι..δε ξέρω πότε θα στρέψεις τη μασέλα σου πρός τα μένα..μπορεί και ποτέ..σε φοβάμαι και σε εμπιστεύομαι παράλληλα..ξέρεις γιατί? γιατί δε με φοβίζει το να σε φοβάμαι..με φοβίζει το να αρχίσω να σ'αγαπώ..με καταλαβαίνεις? 
-νομίζω πως καταλαβαίνω..περίπου το ίδιο φοβάμαι κι εγώ..ξέρεις δεν είναι του ρόλου μου να κάνω παρέα με πρόβατα..έστω και μαύρα,αλητήρια σαν εσένα..άν με δούν θα με περιγελούν..ίσως με περιγελάσεις κι εσύ κάποτε επειδή δε σου κατέστησα κατανοητή τη κυριαρχία μου επάνω σου,επειδή με λύγισες,επειδή μ'έκανες να υποταχθώ σαν όμοιος σου.. κι όμως μερικές φορές νομίζω πως είμαι όμοιος σου..μα για πρόβατο δεν είσαι ταπεινό,παρά μόνο περήφανα ταπεινό..περίεργο στ'αλήθεια.. 
-κι εσύ για λύκος δεν είσαι περήφανος,παρά μόνο ταπεινά περήφανος..εξίσου περίεργο.. Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες.. κουβεντιάζοντας,προχωρούσαν..γνώριζαν κάθε μέρα ο ένας τον άλλον όλο και πιο πολύ..ώσπου γινήκαν αδέρφια και φίλοι δίχως να το καταλάβουν.. Ήρθε όμως και κείνη η μέρα που λογομάχησαν..εκείνη η μέρα που πάντα έρχεται σε μια τόσο στενή σχέση..άρχισαν να μαλώνουν,προσπαθώντας να επιβληθεί ο ένας στον άλλο..κι όταν ο θυμός έρχεται στο προσκήνιο,συνιθίζεται να ξεχνάς τα πάντα και να φοράς ξανά το ρόλο πού'μαθες απο μικρός..κλείνεσαι πάλι στο καβούκι σου και βγάζεις νύχια..ξεθάβεις τον εγωϊσμό που είχες πετάξει για λίγο και παύεις νά'σαι αυτός που ήσουν μαζί του,η οργή μπερδεύει τη κρίση σου και γίνεσαι εχθρός..αντίπαλος.. Εκεί στη φωτεινή πεδιάδα με τα ξανθά στάχυα..κύρηξαν το πόλεμο..ξεκίνησαν να παλεύουν κάτω απ'το φώς του ήλιου..σα δύο μανιασμένα ανεξέλεγκτα φρικιά.. Όρμηξαν ο ένας πάνω στον άλλον..με τυφλωμένη ψυχή να κατασπαράξουν τα κουφάρια τους.. Έγδερνε ο ένας τον άλλον,δάγκωνε ο ένας τον άλλον,αντάλλαζαν κουβέντες άσχημες..πίσω δεν έκανε κανείς..Πάλευαν για μέρες μέχρι που άρχισαν να πονάνε αντίστροφα..λές κι αντάλλαξαν πανωφόρια,λές κι αντάλλαξαν τρίχωμα και δέρμα.. Όταν ο λύκος χτυπούσε το πρόβατο,πονούσε εκείνος..κι όταν το πρόβατο χτυπούσε το λύκο,πονούσε εκείνο.. Όταν ο λύκος δάγκωνε το πρόβατο,υπέφερε ο ίδιος, κι όταν το πρόβατο δάγκωνε το λύκο,υπέφερε το ίδιο.. Κάπου εκεί σταμάτησαν..κοίταξαν ο ένας τον άλλον και ξέσπασαν σε κλάμματα..Συνειδητοποίησαν πως είναι ίδιοι,πως είναι ένα,πως όταν πονάει ο ένας πονούν κι οι δυό μαζί.. 
-συγχώρα με λέει το πρόβατο στο λύκο..δεν είχα ιδέα πόσο μέσα μου σ'είχα βυθίσει.. 
-εσύ πρέπει να με συγχωρήσεις..δε τα κατάφερα να σκοτώσω για χάρη σου το κακό μου εαυτό..τα θαλάσσωσα.. αποκρίθηκε με βυθισμένη θλίψη στη μιλιά ο λύκος.
-έκανα λάθος που νόμιζα για λίγο πως πρέπει να σ'εκδικηθώ..πως πρέπει να καταφέρω να σου θυμώσω..πως δε σε χρειάζομαι..
-σώπα..εγώ έσφαλα μικρό μου..που πίστεψα πως θα μού'κανες κακό εσύ..που σε φοβήθηκα..που κλείστηκα μέσα μου και σ'απαρνήθηκα με τόση ευκολία..
-προδώσαμε για λίγο ο ένας τον άλλον..το κατάλαβες?..τώρα που το συλλογίζομαι μου φαίνεται σα ψέμματα..τί σκεφτόμασταν άραγε και φερθήκαμε έτσι? λέει το πρόβατο.
-θα σου πώ εγώ τι σκεφτόμασταν.. το εγώ μας..το ξεμπρόστιασμά μας..τους ονειροφόβους της συνείδησης..και υποταχθήκαμε ξανά στους ρόλους που μας αναθέσαν..τους ρόλους που τόσο ήθελε ο ρηξικέλευθος νούς μας να απαρνηθεί..είχες δίκιο τελικά σ'εκείνο που μού'χες πεί όταν σε γνώρισα..για τους ύπουλους ρόλους..τώρα σε καταλαβαίνω..
-κάποτε σε ρώταγα λύκε λύκε είσαι εδώ? θυμάσαι? λύκε λύκε..μου τώρα ξέρω πως είσαι εδώ..
-μ'αρέσει που κάποιοι πίστεψαν πως θα χρειαζόμασταν τσοπάνη διαιτητή για να συνυπάρξουμε εμείς οι δυό..αστείο δεν είναι? αναρωτιέται ο λύκος.
-γι'αυτούς ήταν φυσιολογικό λέει το πρόβατο.ξέρεις φίλε μου μερικές φορές η πραγματικότητα αλλάζει φορεσιά αναλόγως με το ποιός τη κοιτάει.. τίποτα δεν κατέχει μοναδικό τίτλο ή ακόμα και μοναδική ιδιότητα..εμείς καθαρά διαλέγουμε απο ποιά οπτική γωνία θα αγναντέψουμε τη ζωή.. κι αν θα υπακούσουμε στους υποτιθέμενα ορθά ρόλους μας.
-τώρα σε καταλαβαίνω.. θά'ταν πολύ να ζητήσω να μπορούσαν να μας καταλάβουν κι άλλοι?γιατί να μη μπορούν να δούν και κείνοι το κόσμο όπως εμείς?
-χρόνια τό'χα αυτό το παράπονο,σιγοντάρισε το πρόβατο.. το ίδιο παράπονο με σένα..όμως ήρθε καιρός αλλόκοτος και κύματα σαράντα..που μ'έκαναν να συνειδητοποιήσω πως δε μπορώ εγώ ν'αλλάξω τους άλλους αν δε το θέλουν κι οι ίδιοι..μάταια αυταπατάσαι ακόμη..άν είναι θα καταλάβει μονάχος του ο άλλος και θά'ρθει προς τα δώ.. όπως κατάλαβες κι εσύ κι ήρθες σιμά στο μήκος των συναισθήσεών μου..θυμάσαι όταν σε γνώρισα πόσο απείχες απο μένα? κοίτα τώρα τα ονείρατά μας πως συνοστίζονται αγκαλιασμένα σαν σε βάλς κοινής συνείδησης,ίσως ακόμα κι αδερφής ψυχής.
-σ'ευγνωμονώ γι'αυτό ξέρεις..ψέλλισε σφηνωμένος στο συναίσθημα της συγκίνησης ο λύκος.
-για ποιό?
-γι'αυτό μικρό μου.γι'αυτό που μού'κανες.που δώρισες στη ψυχή μου μάτια διορατικά..που μ'έμαθες να κοιτώ μ'αυτά..να ανασαίνω μ'αυτά..να αντιλαμβάνομαι μ'αυτά και ν'αγαπώ μ'αυτά..
-σ'αγαπώ μελαχροινό λυκάκι μου..σταμάτα να με εξυψώνεις,πετόντας όλα τα εύσημα που σου ανήκουν..εγώ σ'ευγνομονώ που στάθηκες να με γνωρίσεις..που δε βιάστηκες να κρίνεις,που ανέχτηκες την τρέλα μου και τους ακατανόητους σαλεμένους μου συνειρμούς..που ξεγέλασες τη ράτσα σου κι όλη την εξουσία που κατείχε επάνω της κι έγινες δικός μου φίλος..που απο βασιλιάς του δάσους,έγινες σύντροφος ενός περιθωριακού μαύρου προβάτου..που ολάκερη τη δύναμή σου τη ξόδεψες μόνο για καλό..που κατάφερες και μ'έβαλες πάνω απο σένα..σ'ευχαριστώ.. μουρμούρισε το πρόβατο ανακουφισμένο μέσ'την εξαγνιστική θεραπεία της αποκαλύψεώς του.
-κι εγώ μπορεί να σ΄αγαπώ,αλλά δε θα στο πώ..δε θέλω να το ξέρεις ακόμα.. ξέρεις τις περισσότερες φορές οι λύκοι φοβούνται πολύ περισσότερο απο τα πρόβατα κι ας μη το δείχνουν..τα πρόβατα και ειδικά εσύ..χαρίζουν μ'ευκολία τον αμόλυντο πυρήνα τους κι ας ξέρουν πως ίσως θυσιαστούν για σένα..έχουν την άγια δύναμη να θυσιαστούν.. εμείς οι λύκοι δεν την έχουμε..εμείς δε χαριζόμαστε..φοβόμαστε κι επιτειθόμαστε..
-σταμάτα!αναφώνησε το πρόβατο.ώς εδώ..το ξέρω πως είναι δύσκολο για σένα να εκτείθεσαι..δε χρειάζεται να το κάνεις για μένα..ξέρω..σε καταλαβαίνω..ήδη μου εξομολογήθηκες πολλά και στ'αλήθεια μού'ναι αρκετά..
Τότε γύρισε ο λύκος κι είπε μ'όση αλήθεια κατάφερε να στραγγίξει απο μέσα του.
-ένα μόνο να θυμάσαι..πάντα θα σε προστατεύω. ότι και να γίνει δε θ'αφήσω να πάθεις κακό μικρό μου.
Το πρόβατο γρύλισε μ'ένα ξέγνοιαστο αναστέναγμα καθυσήχασης κι ύστερα κούρνιασε στη κοιλιά του λύκου. Εκείνος έγλυφε τη σκούρα σγουρή του κεφαλή σα να τού'λεγε είμαι εδώ,δε ξέρω τρόπο για να φύγω.. 
Κάπως έτσι τελειώνει τούτη η ιστορία του παραλληλόκοσμου.Μια ιστορία που ζεί μακριά πολύ απ'τα δικά μας μέρη..Μια ιστορία που στο κόσμο τούτο μοιάζει παραμύθι για παιδιά.
                                                                                αφιερωμένο στον αγαπημένο μου φίλο Γιώργο.
                                                                                                            μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 27/4/2012

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Η μάχη των τριών


Τα παράσιτα θολώνουν τον ήχο..Γνέφουν ύπουλα στους συνειρμούς.. Οι σκέψεις μοιάζουν ασυνάρτητες.. Απανωτές και συνεχείς ράβουν με τόση δεξιοτεχνία τις ίνες της παράνοιας, ίσως όμως και της ενόρασης.. Καλπάζουν σαν ανήμερα άλογα, πρίν να προλάβεις να δαμάσεις το ένα, έρχεται κατά πάνω σου με λύσσα το άλλο.. Τα ηνία ελέγχουν τα χέρια σου και όχι εσύ εκείνα.. Περίεργο δεν είναι? Σα να υπάρχουν δύο ξεχωριστοί εαυτοί μέσα σου..ίσως και τρείς.. Είναι ο επίμονος, ο τολμηρός, ο αναλυτικός, ο περιγραφικός, ο οδυνηρός, ο υπερβολικά έξυπνος, αυτός που υποφέρει γιατί τα αντιλαμβάνεται όλα..ακόμα και τα μασκαρεμένα. Αυτός που λαχταράει να φωνάξει.. 
Ο άλλος είναι ο ταπεινός, ο ήπιος, αυτός που κάνει πίσω και σωπαίνει, αυτός που φοβάται τόσο πολύ..ο ντροπαλός, ο πληγωμένος, αυτός που η καλύτερή του φίλη είναι η αυταπάρνηση.. Και είναι και ο τρίτος..ο ουδέτερος.. Ο λεγόμενος "ειρηνοποιός".. Εκείνος παίζει το καταλυτικό ρόλο.. Εκείνος απλά και μόνο παρακολουθεί, αμέτοχος. Σιγοντάρει την αδιαφορία.. Ηρεμεί τα πνεύματα και ξαπλώνει έτσι απαθής ανάσκελα, δίχως να πολεμά για τίποτα.. Το μόνο που κάνει είναι να κατευνάζει το πάθος και να αναισθητοποιεί το πόνο αντίστοιχα. Είναι η εξισορρόπηση του πνεύματος, αλλά ίσως νά΄ναι και η απάθεια..που καθυστερεί τις πράξεις που πρέπει να γίνουν. Είναι αυτός που φωνάζει: "επέλεξε να αφήσεις να φύγει αυτό! Άστο να φύγει..τελείωσε..παράτα τα!"  Κι έτσι ήρεμος, απλώς χαλαρώνει.
Αυτή η μάχη συμβαίνει συνεχώς... Μέσα σ'άυτό το πόλεμο, άλλοτε κερδίζει ο ένας κι άλλοτε ο άλλος. Το χέρι σαλεύει..μπουρδουκλώνεται...κι έτσι τρεμάμενο γδέρνει το ταίρι του αλύπητα...νομίζει πως έτσι το εξιλεώνει.. Το κεφάλι μιά πέφτει σκυφτό-κρεμάμενο στο πάτωμα και μιά ορθώνεται με πίστη καινούργια, γεμάτο σιγουριά και κοιτάζει μπροστά με τόσο θάρρος.. Ύστερα πάλι αλλάζει το σενάριο..είναι τόσο μεταβατικό τούτο το σενάριο, όμως και τόσο αλυσιδωτό.. Σκοντάφτει πάλι το μυαλό μα και το κορμί υπακούει.. Βουλιάζει στο πάτο.. Πέφτει στο κενό.. Πηδάει σε μαύρες τρύπες. Χάνεται.. Εξαφανίζεται.... 

Αυτό το μαρτύριο κρατά τόσο πολύ... Χάνεις τον εαυτό σου! Δεν ανασαίνεις πουθενά..παρά μόνο στον εφιάλτη σου.. Και οι πληγές σα θηρία μεγαλώνουν και σε κυνηγούν..και σύ στο μόνο που ελπίζεις είναι νά'ρθει εκείνος να σε σώσει απο σένα! Τον περιμένεις...Περιμένεις... Εισέρχεσαι τώρα στο λαβύρινθο και περιμένεις...Ξεκινάς να τον βαδίσεις..Είναι πάνω απ'τις δυνάμεις σου να μην το κάνεις.. Εμφανίζονται αυτά τα τέρατα,αλλά εσύ τα αψηφάς και συνεχίζεις.. Προχωράς όλο και πιο μέσα.. Δε φοβάσαι και βυθίζεσαι όλο και πιο πολύ στο κέντρο του... Φτάνεις στο σταυροδρόμι.. Ξαφνικά οι λέξεις "αριστερά" και "δεξιά" κερδίζουν τόση σημασία στον συλλογισμό σου.. Λές και υπάρχουν μόνο εκείνες στο λεξιλόγιο του οράματος.. Πρέπει να διαλέξεις! Τα συναισθήματα λογομαχούν μέσ'τον βασανισμένο σου νού.. Διάλεξε! Μένεις στάσιμος για αρκετή ώρα.. Η συνείδηση μεταμφιέζεται σε ράγες..και οι σκέψεις τρένα..πάνε κι έρχονται επάνω της.. Μερικές φορές συγκρούονται-εκτροχιάζονται..άλλες καταστρέφονται και άλλες  ξεκινούν πάλι απ'τη γραμμή εκκίνησης.. Οι έννοιες "Απόφαση" - "Επιλογή", βελόνες στο κεφάλι σου.. Μοιάζει ν'αποκτά ανάσα και ψυχή τούτος ο πέτρινος λαβύρινθος και να παίζει μαζί σου, να σε κοροϊδεύει.. Σαν ύπουλο ζωντανό όν, περιπαίζει την άγνοιά σου.. Ζωντανεύει το σταυροδρόμι.. Σου μιλάει, σε κοιτάει.. Σε πιέζει να επιλέξεις..κι εσύ με πόδια φυλακισμένα-ακινητοποιημένα στέκεις χαμένος..μονάχα το στόμα σου κινείται, κι αυτό για να ουρλιάξει.. και τα μάτια σου όμως..και κείνα αδύνατο να μείνουν ήσυχα.. Ζαλίζονται οι κόρες τους, μια κοιτάζουν αριστερά και μια δεξιά.. Αρχίζουν τώρα να δακρύζουν απ'την ένταση που φόρτωσαν επάνω τους.. Επέλεξε! Μη σκέφτεσαι άλλο! "Άν γινόταν...Άν μπορούσα...Άν το μετανιώσω...Άν γυρίσω...Άν μείνω εδώ...Άν πάω προς τα κεί...Όμως ίσως πρέπει να πάω απ'την άλλη...Τί να κάνω...?" Σταμάτα!!! Πρέπει να αποφασίσεις δίχως να ξέρεις τίποτα! Πρέπει να αποφασίσεις χωρίς να'σαι σίγουρος για τίποτα, χωρίς να περιμένεις τίποτα.. Αποφάσισε! Πρέπει να ρισκάρεις! Μπορείς? Ή θα υποχωρήσεις και θα γυρίσεις πίσω, ή θα μείνεις στάσιμος εκεί και θα αποδεχτείς, ή θα διαλέξεις και θα προχωρήσεις! Ποιόν εαυτό σου απ'τους τρείς θα εμπιστευθείς? Η πάλη αυτή πρέπει να λήξει! Η πάλη των τριών πρέπει να λήξει! Μην περιμένεις άλλο εκείνον να σε σώσει.... Μόνος σου θα σωθείς! Πάρτο απόφαση! Οπισθοχώρησε ή Αποδέξου ή Προχώρα! Μη κρατάς άλλο αιχμάλωτη τη βούλησή σου.. Σπάσε τα δεσμά! Ελευθέρωσέ την! 
Τί θα κάνεις λοιπόν....?? 
                                                                                                                μαριάννα.
                                                                                                                                                                           Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/3/2012

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Ο κήπος των Επτά

Η συνοικία της Βαβέλ όλο και μεγαλώνει.. Μόνο που τώρα δεν ορθώνεται κανένας πύργος, πουθενά στον ορίζοντα.. Τώρα μόνο κάτι χαμόσπιτα και κάποιες καλαμένιες καλύβες, προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ενιαία αυλή μεταξύ τους. Έναν κήπο δικό τους, που θα τον μοιράζονται στα ίσα.. Δεν υπάρχει όμως και πάλι καμία συννενόηση και καμιά συνεργασία.. Ο ένας θέλει το κήπο πνιγμένο στον μανδραγόρα, νομίζει πως μέσ'τη παραίσθηση θα λυτρωθεί απ' πόνο του και θα βρεί τον εαυτό του.. Δεν βρίσκει το νόημα πουθενά..πάντα ζηλεύει εκείνα που δεν έχει.. Δεν νιώθει ικανοποιημένος ποτέ σε τούτο το κόσμο..και ψάχνει συνεχώς να γεμίσει τα κενά μέσα σε νιρβάνες, μέσα σε τεχνητά όνειρα.. Δημιουργεί ένα νοητό σύμπαν και τοποθετεί μέσα σ'αυτό όσα νομίζει πως στερήθηκε, όσα θέλει και νομίζει πως του τα πήραν, όσα πιστεύει πως του ανήκουν..και πασχίζει να κλέψει τη χαρά και τη πληρότητα, που τόσο φθονεί όταν είναι νηφάλιος..και να τις σφηνώσει στην έκστασή του..
Ο άλλος θέλει το κήπο γεμάτο απο δέντρα με χρυσαφένιους-πολύτιμους καρπούς..θαρρεί πως είναι ο Μύδας.. Σ'όλα ορίζει μια τιμή και μια υποτιθέμενη αξία, μονάχα έτσι έχει μάθει να μετράει τα πράγματα.. Μεθάει μέσ'τα λεφτά, ασφυκτιά μέσ'τα φλουριά, τα φυλά και τα προσέχει σα νά'τανε παιδιά του..του φτάνει μόνο να τα κοιτά και ν'ανασαίνει αναμεσά τους..και είναι ευτιχισμένος..
Ο άλλος πάλι ονειρεύεται το κήπο πλημμυρισμένο απο αγκάθια και τσουκνίδες..έτσι μονάχα νιώθει ασφαλής..οχυρωμένος πίσω απ'τα αγκάθια νιώθει ήσυχος και νομίζει πως κανείς δεν θα τον πλησιάσει.. Ξεχνά όμως εκείνους που διαφέρουν απο κείνον! Εκείνους που μάθαν να πονάνε απο γεννησιμιού τους και δεν έχουν πιά τίποτα να φοβηθούν..κι απλώς βουτάνε μέσ'τα αγκάθια σα να βουτούσαν σε μια δροσερή, γαλάζια κι απαλή θάλασσα.. Του αρέσει τόσο να καρφώνει  και να βασανίζει τους άλλους.. Ηδονίζεται με τον πόνο που τους προκαλεί.. Περιφέρεται μονίμως θυμωμένος με όλα..κι έτσι μέσ'το κλοιό της αδιαφορίας του, δε σταματά να τρέφει την οργή του..
Ο επόμενος λαχταράει το κήπο λουσμένο στους γιγάντιους ηλίανθους..αυτούς που στρέφουν το χρυσαφένιο κεφάλι τους ψηλά και κοιτούν τον ήλιο περήφανοι..ρουφάνε το φώς του και χαμογελάνε σα νά'χανε ψυχή.. Τρέμει τις σκιές, φοβάται τα βράδυα.. Θέλει πάντα να είναι σίγουρος. Εμπιστεύεται μόνο ο,τι βλέπει.. Θέλει πάντα να δείχνει δυνατός.. Κρατά τα δάκρυά του κλειδωμένα.. Καλύπτει τις πληγές του,αγκαλιάζει τον εγωϊσμό του, φοβάται τόσο πολύ να μην εκτεθεί..και τρέφει ασταμάτητα τη ματαιοδοξία του..
Είναι όμως κι ο άλλος που πιστεύει πως ο κήπος πρέπει νά'ναι ζωντανός μονάχα τη νύχτα.. Να απαρτίζεται απο μυριάδες νυχτολούλουδα που θα ξεδιπλώνουν τα ιώδη πέταλά τους όταν σκοτεινιάζει ο ουρανός.. και απο χιλιάδες πυγολαμπίδες, που θα χορεύουν και θα αιωρούνται στον αιθέρα σα ξωτικά παραμυθιού.. Αυτός κρύβεται την ημέρα..φορά τη μάσκα του και περιφέρεται σα φάντασμα ώσπου να δύσει ο ήλιος.. Σα διψασμένος βρυκόλακας σεργιανίζει..και με σύμμαχό του τη σαγήνη της νυχτιάς, ντύνεται το φεγγάρι μέσ'τα μάτια του..και σαν ανοίξει τα βλέφαρά του, οι κόρες των ματιών του μεταμορφώνονται σε κατακίτρινα-ωχρά μισοφέγγαρα.. τότε ζυγώνει προς τον ανυποψίαστο μάρτυρα και με τούτο το λάγνο-θανατερό βλέμμα, τον θυσιάζει σαν αφελή αμνό, σαν αμόλυντο βρέφος, στο βωμό της αχόρταγης αλαζονείας του.. Το αγαπημένο του παιχνίδι είναι η αποπλάνηση..
Ο άλλος φαντάζεται το κήπο να βρυχάται απο ζωή.. Νά'ναι γεμάτος απο κάθε λογής φυτό, δέντρο ή λουλούδι..νά'ναι βουτηγμένος μέσ'τα χρώματα..να αναδύει απο παντού ελκυστικές μυρωδιές.. Όλα ανθισμένα τριγύρω, όλα να αγγίζουν τη τελειότητα.. Είναι αυτός που το μόνο που ξέρει να κάνει, είναι να ζητάει....να ζητάει....κι άλλο....κι άλλο....πιο πολύ....περισσότερο.... Είναι αυτός που σκοτώνει για τη τελευταία σταγόνα.. Αυτός που όλα τα θέλει δικά του.. Αυτός που ποτέ δε νιώθει γεμάτος, κι όλο ρουφάει....ρουφάει....μέχρι να κάνει εμετό.. Είναι ο πιστός υπήκοος της απληστίας.. Ποτέ δε ξεστομίζει "ευχαριστώ", παρά μόνο "θέλω"..
Είναι βέβαια και ο άλλος.. Εκείνος που είναι ανίκανος να δεί τον κήπο.. Εκείνος που βλέπει το κήπο άδειο..χωρίς ίχνος ζωής..ολότελα νεκρό.. Περικυκλωμένο απο αντάρα και καταχνιά.. Βυθισμένο στη ξηρασία.. Με άψυχα-σάπια φύλλα να σέρνονται στο χώμα, βρομερά έλη και δαιμονικούς βάλτους που καταπίνουνε το βήμα σου και σε βουλιάζουνε μέσα τους.. Είναι αυτός που πρόδωσε τον εαυτό του.. Αυτός που απελπίστηκε νωρίς.. Ζωντανός-Νεκρός! Κρατά απόσταση απ'τη ψυχή του.. Δεν αντέχει τον ίδιο του τον εαυτό.. Τεμπελιάζει μέσ'την αυταπάρνησή του.. Στέκει οκνός-άπραγος και καρτερεί το θαύμα.. Γαντζώνεται στο πάτο.. Βουλιάζει.. Πνίγεται..και δε βγάζει μιλιά..σταμάτησε εδώ και καιρό να προσπαθεί.. Βυθισμένος στην μελαγχολία σαν απο πάντα..πήρε σοβαρά τη στεναχώρια του, πίστεψε στις ενοχές του και μίσησε το εγώ του.. Άλλοτε ασφυκτιά μέσ'τα δάκρυά του κι άλλοτε στρέφει τα χέρια του εναντίον του.. Δεν ελπίζει τίποτα, παρά μόνο φοβάται..συνέχεια φοβάται και κρύβεται.. Μέσα σ'ένα μαύρο πέπλο κουλουριάστηκε, για να μη μπορέσει κανείς να διακρίνει τη κούφια του ψυχή..να μην μπορέσει κανείς να τον λυπηθεί.. Νομίζει πως είναι καταδικασμένος..ίσως και καταραμένος και δίχως καν να αντισταθεί..απλώς το αποδέχεται και τα παρατάει..
Τούτοι οι Επτά αμαρτωλοί κάτοικοι της Βαβέλ,θαρρούν πως θα καταφέρουν να δημιουργήσουν έναν κοινόχρηστο κήπο..μια οικογενειακή αυλή..
Ξεχνάν όμως πως ο Θεός κρατά το καθένα απο αυτούς γυμνό μέσα στα χέρια του.. Ένα βρέφος ο καθένας..ένα βρέφος γυμνό, γεμάτο πορφυρές χαρακιές σ'όλο του το κορμί, ξαπλωμένο μέσ'τα χέρια του Θεού.. Όλες οι αμαρτίες στο φώς..όλα τα λάθη στο φώς εκτεθειμένα..
Ήρθε η ώρα της σποράς λοιπόν.. Σπείρε ασυννενοησία λοιπόν.. Σπείρε διχασμό.. Σπείρε γλώσσες διαφορετικές.. Νόημα χαμένο, ενότητα χαμένη, κατανόηση ανύπαρκτη.. Τόσες διαφορετικές οπτικές γωνίες..πώς να συμβιώσουμε παίρνοντας ο καθένας απο μια διαφορετική? Η τιμωρία τούτη..η τιμωρία της οπτικής γωνίας, η τιμωρία της ελεύθερης βούλησης, η τιμωρία της άποψης, αυτή η τιμωρία είναι αβάσταχτη.. Αυτή κρατά τους Επτά σε διχόνοια, μακριά απο δεσμούς αγάπης, συνεργασίας,δημιουργικότητας,ένωσης... Καμία αυλή δεν ολοκληρώνεται έτσι.. Κανένας πόνος δε γιατρεύεται έτσι, καμιά χαρά δε μοιράζεται έτσι.. Και η αλληλεγγύη φαντάζει συμπεριφορά αγίου, δεν την φτάνουν ποτέ..τη λαχταρούν και δεν τη φτάνουν.. Ο καθένας με το θανάσιμο αμάρτημά του αγκαλιά κι ενίοτε φορτωμένος και με μερικά άλλα στη ράχη.. Άλλωστε τούτα τα αμαρτήματα ανταλλάσονται συνεχώς..ο καθένας έχει το δικό του,όμως ανά καιρούς, αρπάζει κι άλλα απ'τους υπολοίπους κι ύστερα τα ξαναπετά.. Ο καθένας λοιπόν περπατά και συλλογίζεται τον τρόπο ώστε να δημιουργηθεί η αυλή.. Όμως η ιστορία με το πύργο επαναλαμβάνεται.. Σε τούτη τη Βαβέλ δεν υπάρχει σωτηρία, μήτε δημιουργία, παρά μόνο καταστροφή και τιμωρία.. Δεν βγάζει η ανηφόρα...Δεν υπάρχει ανάσα, αλλά ούτε και δύναμη για να περπατηθεί.. Κι έτσι οι Επτά κατηφοράνε...προς το Κενό...προς τη Μαύρη Τρύπα... Όλες οι προσπάθειες μάταιες.. Ό,τι φύτρωσε σε τούτη την αυλή, τώρα ξεριζώνεται..όλα ισοπεδώνονται..τα λουλούδια μαραίνουν..τα δέντρα γκρεμίζονται, τα βότανα ξεραίνονται, οι καρποί σαπίζουν, οι μυρωδιές μουχλιάζουν, τα παρτέρια τώρα μοιάζουν με σκιάχτρα.. Ολάκερος ο κήπος καίγεται.. Παίρνει φωτιά μπρός τα μάτια τους.. Εκείνοι ανίκανοι να τον σώσουν..ανίκανοι να δούν-να κοιτάξουν πραγματικά..να ακούσουν πραγματικά το υποσυνείδητό τους, στέκουν με μάτια χαμένα, με στόματα αποχαυνωμένα.. Ύστερα ορμούν ο ένας πάνω στον άλλον.. Σκοτώνουν ο ένας τον άλλον.. Κείνοι που κάποτε για λίγο έμοιασαν με αγγέλους, τώρα μεταμορφώνονται σε δαίμονες.. Πολεμούν με χίλιες ανάσες μίσους να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον.. Δεν αντιλαμβάνονται πως είναι ένα..και οι Επτά είναι Ένας και ο Ένας είναι οι Επτά.. Κι έτσι καθώς κομματιάζονται είναι σα να δολοφονούν τον ίδιο τους τον εαυτό, σα να σχίζουν στα δύο το είναι τους.. Τώρα στη Βαβέλ επικρατεί σύγχυση, όλα βουλιάζουν σαν σε ναυάγιο και μονάχα μια ορχήστρα απο ηλεκτρικές κιθάρες τους συνοδεύει μέχρι το τέλος, τους συνοδεύει στο χαμό τους.. Οι κιθάρες δε σταματούν ποτέ.. Σαν μαγική υπόκρουση που επιβάλλει με το δικό της τρόπο νηνεμία... Σε λίγο όλα θα κοπάσουν...ακούς? Σα να κρυφάκουσε ο Θεός τη μυστική τους μετάνοια, σα να λυπήθηκε την άγνοιά τους..ακούς?...ηχούν τα τύμπανα..όλα τελειώνουν..ακούς? Άκου τα τύμπανα...άκου πως ουρλιάζουν..άκου πως θρηνούν..πως σέρνουν μαζί τους την κορύφωση..την πλήρωση της προφητείας..τη κάθαρση..το τέλος..
Και τώρα οι Επτά εξαγνισμένοι ενώνονται στο Ένα, στο Μαζί, στην Ιδέα, στην μοναδική οπτική γωνία..που δεν έχει εμπόδια,κενά ή μαύρες τρύπες.. Τώρα απελευθερώνονται απ'τα βαριά τους πόδια κι απ'το σκληρό τους έδαφος και γεννούν φτερά στη πλάτη.. Λυτρώνονται όμως κι απ'το ανυπόφορο μυαλό τους.. Μένουν μόνο με τη ψυχή τους οδηγό.. Με τη ψυχή τους βαδίζουν, με τη ψυχή τους ανασαίνουν, με τη ψυχή τους βλέπουν.... Τώρα πιά δεν κοιτάζουν απλώς, τώρα βλέπουν στ'αλήθεια με την μονόφθαλμη ψυχή τους.. Σαν η αλήθεια απ'το κουτί της Πανδώρας, να επιτέθηκε μ'ορμή στην οφθαλμοκόρη της ψυχής τους...
Τώρα που αντιμετώπισαν τον Θάνατο κατά πρόσωπο, τώρα που άφησαν πίσω τις φτηνές στιγμές κι όλα τα πάθη, τώρα που έσπασαν τα δεσμά της παραίσθησης του πόνου, τώρα είναι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ !!! Τώρα στροβιλίζονται με χέρια απλωμένα και φτερά ξεδιπλωμένα..στροβιλίζονται..κι ανεβαίνουν..ψηλά..ψηλά πολύ..
Ανασταίνονται  στη Σύνδεση, ανασταίνονται στην Ενότητα, ανασταίνονται στην Ιδέα, ανασταίνονται στο Φώς, ανασταίνονται στο Ένα! Ανασταίνονται ξανά στα χέρια του Θεού....
                                                                                                                                                                                   μαριάννα.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/3/2012